Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου (3)


H γεωγραφία

Περνάµε τώρα στην τρίτη καί στενότερη έννοια του γεωπολιτικού δυναµικού, η οποία είναι αµεσότερα συνδεδεµένη µε γεωγραφικά δεδοµένα καί πρέπει να αναλύεται συγκριτικά, γιατί  η γεωγραφία δίνει πλεονεκτήµατα καί µειονεκτήµατα µονάχα σε σχέση µε κάποιον άλλον, και ό,τι είναι από τη µια άποψη πλεονέκτηµα µπορεί  από άλλη να συνιστά µειονέκτηµα ή αντίστροφα· ο ηπειρωτικός όγκος της Ρωσσίας στάθηκε µοιραίος για τον Ναπολέοντα καί τον Hitler,  της στέρησε όµως τις άµεσες προσβάσεις προς τις θερµές θάλασσες. Η συγκριτική ανάλυση του γεωπολιτικού δυναµικού της Ελλάδας και της Τουρκίας µ' αυτήν τη στενότερη έννοια συνδέεται ιδιαίτερα µε το πρόβληµα  της πιθανής στρατηγικής φυσιογνωµίας ενός ελληνοτουρκικού πολέµου στο προσεχές ή απώτερο µέλλον. Ας πιάσουµε το νήµα του προβλήµατος φέρνοντας στον νου µας το µοιραίο δίληµµα, στο όποιο ενεπλάκη η ελληνική πλευρά κατά τη µικρασιατική εκστρατεία: για να κρατηθεί η Σµύρνη έπρεπε να καταληφθεί η Άγκυρα - καί πάλι χωρίς µεγαλύτερη βεβαιότητα τελικής νίκης απ' όσην είχε ο Ναπολέων καταλαµβάνοντας την Μόσχα. Αυτό σηµαίνει: το βάθος του χώρου κατάπιε τον ελληνικό στρατό, έστω κι αν δεν πολεµούσε σε τόπο ολότελα ξένο.  Από τότε άλλαξαν φυσικά πολλά πράγµατα, και θα δούµε ως προς  τι· όµως δεν άλλαξαν τόσο απόλυτα, ώστε η κατανοµή και το βάθος του χώρου να µη βαραίνουν καθόλου στην πλάστιγγα, προ παντός όταν η έκβαση του πολέµου πρόκειται να κρίνει την τύχη (και) εδαφικών διεκδικήσεων.

Το στοιχειώδες και συνάµα καθοριστικό γεωγραφικό δεδοµένο είναι διττό. Αφ' ενός η έκταση της τουρκικής επικράτειας είναι εξαπλάσια από την ελληνική, αφ' έτερου συνιστά σχεδόν εξ ολοκλήρου (δηλαδή µε εξαίρεση το µικρό ευρωπαϊκό τµήµα της Τουρκίας) χώρο συµπαγή και ολότµητο, ενώ ο ελληνικός χώρος (και µάλιστα η κρίσιµη ως θέατρο πολέµου περιοχή ολόκληρου του Αιγαίου καθώς και η βόρεια Ελλάδα από τον Έβρο µέχρι τη Θεσσαλονίκη) αποτελείται από κατεσπαρµένα και µεµονωµένα εδάφη (νησιά) ή στενές λωρίδες. Το στρατηγικό πλεονέκτηµα που δίνει η τέτοια κατανοµή του χώρου στην τουρκική πλευρά είναι προφανές. Ο κατακερµατισµένος ελληνικός χώρος µπορεί να καταληφθεί και να κρατηθεί κατά τµήµατα, ακόµα και πολύ µικρά· ο εχθρός δεν είναι υποχρεωµένος να εµπλακεί στην πολεµική περιπέτεια κατάληψης ολόκληρης της ελληνικής επικράτειας προκειµένου ν' αποσπάσει ένα τµήµα της, όποιο θέλει ή εν πάση περιπτώσει όποιο µπορεί· αφού καταλάβει ένα τµήµα, έχει τη δυνατότητα, εφ' όσον υπερέχει στρατιωτικά, να εδραιώσει την καινούργια κατάσταση, δηµιουργώντας σε σχετικά σύντοµο διάστηµα τετελεσµένα  γεγονότα.

Αντίθετα, η ελληνική πλευρά δεν έχει τη δυνατότητα  (µε ελάχιστες παρήγορες εξαιρέσεις, για τις όποιες θα µιλήσουµε παρακάτω) να αποσπάσει από τον µεγάλο και συµπαγή τουρκικό γεωγραφικό όγκο ένα µικρότερο ή µεγαλύτερο κοµµάτι χωρίς να περιπλακεί, mutatis mutandis, στο τραγικό δίληµµα του 1922. Εάν π.χ. για λόγους αντιπερισπασµού συγκροτούσε προγεφυρώµατα στον παράκτιο µικρασιατικό χώρο, οι τουρκικές ένοπλες δυνάµεις θα µπορούσαν ακόµα και να τ' αγνοήσουν εντελώς, στρεφόµενες εναντίον τους µόνον αφού θα είχε πια κριθεί η έκβαση στα κύρια θέατρα του πολέµου· γιατί τέτοια προγεφυρώµατα έτσι κι αλλιώς θ' αποκόπτονταν ή δεν θα κατάφερναν να εδραιωθούν µακροπρόθεσµα, αποτελώντας εφαλτήρια για περαιτέρω διείσδυση. Η κατάληψη τουρκικών εδαφών από ελληνικής πλευράς προσκρούει στο βάθος του χώρου, όχι όµως και η κατάληψη ελληνικών  εδαφών από τουρκικής πλευράς.

Πώς µπορεί η Ελλάδα να εξουδετερώσει, σε περίπτωση πολέµου, τα σοβαρά γεωγραφικά της µειονεκτήµατα; Θα επισηµάνουµε  τέσσερα σηµεία, χωρίς να τα εννοούµε ούτε ως αναβαθµούς µιας κλιµάκωσης ούτε ως στόχους ιεραρχηµένους σύµφωνα µε τη στρατηγική τους σηµασία - µολονότι τα δύο τελευταία πρέπει να υπογραµµισθούν ιδιαίτερα, ωστόσο µόνον η ενεργή συνύπαρξη καί των τεσσάρων µπορεί να δώσει στην ελληνική πλευρά αξιόλογες πιθανότητες νίκης. Όπως είναι αυτονόητο, η ανάλυση αυτή περιορίζεται σε θεµελιώδη στρατηγικά µεγέθη και απλώς θίγει, όπου αυτό φαίνεται απαραίτητο, επιχειρησιακές επόψεις (δηλαδή µείζονες στρατιωτικές ενέργειες µέσω  της σύµπραξης περισσότερων µονάδων), ενώ το τακτικό επίπεδο δεν συζητείται καθόλου, ούτε και µπορεί να συζητηθεί άλλωστε: γιατί σε µια γενική πολεµική σύρραξη Τουρκίας και Ελλάδας δεν θα υπήρχε ένα και µόνο πεδίο µάχης, πάνω στο οποίο, αν το υπέθετε κανείς γνωστό εκ των προτέρων, θα υπολογίζονταν λεπτοµερώς oι κινήσεις των εµπολέµων, αλλά διάφορα ευρύτερα θέατρα πολέµου µε ουσιώδεις διαφορές µεταξύ τους.

Ας αρχίσουµε από το ζήτηµα των πιθανών εδαφικών απωλειών και κερδών, καθώς µου φαίνεται προφανές ότι η τουρκική  πλευρά θα συνδέσει την αιτιολόγηση του πολέμου µε εδαφικές διεκδικήσεις. Αν αυτό ευσταθεί, τότε η ελληνική πλευρά θα έκανε πολύ άσχηµα να περιορισθεί στην υπεράσπιση των προσβαλλόµενων εδαφών της. Αν αυτά ήσαν περισσότερα του ενός και αν δεν ήταν δυνατή η επιτυχής υπεράσπιση όλων τους, τότε οι Τούρκοι θα είχαν στο τέλος ένα καθαρό κέρδος, έστω και αν αυτό ήταν µικρό ή εκ των υστέρων φαινόταν «δυσανάλογο» (η έννοια είναι βέβαια σχετική) προς τις αντίστοιχες θυσίες. Γι’ αυτόν τον λόγο η ελληνική πλευρά πρέπει κατά το δυνατόν να επιδιώξει αυτοτελή εδαφικά κέρδη, είτε ως αντιστάθµισµα για µόνιµες δικές της απώλειες είτε ως  πιθανό αντάλλαγµα σε µεταγενέστερες διαπραγµατεύσεις. Το πού  πρέπει να αναζητηθούν τα κέρδη αυτά, µε δεδοµένο τον κατά βάσησυµπαγή και ολότµητο χαρακτήρα του τουρκικού εθνικού χώρου, µας το δείχνει µια γρήγορη επισκόπηση των τριών πιθανών θεάτρων του πολέµου: της Θράκης, του Αιγαίου και της Κύπρου.

Στη Θράκη, ή µάλλον στον Έβρο, η πυκνή συγκέντρωση στρατευµάτων και από τις δύο πλευρές σηµαίνει ότι όποιος καταφέρει να διασπάσει πρώτος τις αντίπαλες γραµµές θα έχει τη δυνατότητα να αποκόψει αµέσως, µ' έναν κυκλωτικό  ελιγµό σχεδόν επί τόπου, µεγάλες εχθρικές µονάδες. Όµως αυτός δεν είναι ο µόνος λόγος, για τον οποίο οι ελληνικές δυνάµεις θα πρέπει εξ αρχής να επιδιώξουν µε κάθε θυσία (και η πυκνή συγκέντρωση θα  απαιτήσει κατά πάσα πιθανότητα σοβαρές θυσίες) τη διάσπαση του εχθρικού µετώπου και να µην αρκεσθούν σε µιαν παθητική άµυνα. Μια γρήγορη προέλαση τεθωρακισµένων µονάδων στην Ανατολική Θράκη, την οποία ευνοεί το πεδινό έδαφος και οι περιορισµένες αποστάσεις, θα µπορούσε να αποφέρει στην Ελλάδα το σηµαντικότερο πιθανό αντίβαρο απέναντι σε οποιεσδήποτε εδαφικές απώλειες σε άλλες περιοχές. Πράγµατι, πουθενά άλλου εκτός από τη Θράκη η ελληνική πλευρά δεν έχει τη δυνατότητα αξιόλογης κατάκτησης εδαφών, οσοδήποτε περιορισµένη  κι αν κρίνει κανείς αυτή τη δυνατότητα· πάντως υπάρχει, κι αφού είναι η µόνη πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο καί µε συνέπεια.

Στο θέατρο του Αιγαίου, καθώς είπαµε, δεν έχει κανένα νόηµα η προσπάθεια δηµιουργίας προγεφυρωµάτων στη µικρασιατική ακτή, έστω κι αν τα προγεφυρώµατα αυτά θα µπορούσαν να κρατηθούν για λίγο, η µόνη ενέργεια, η οποία θα µπορούσε ν' αποφέρει εδώ εδαφικά οφέλη, θα ήταν µια  κατάληψη της Ίµβρου και της Τενέδου, υπό την προϋπόθεση ότι το ελληνικό ναυτικό θα ήταν σε θέση να την καλύψει (την αεροπορική κάλυψη τη θεωρούµε θεµελιώδη και αυτονόητη τόσο σε µιαν απόβαση στα νησιά  όσο και σε µιαν προέλαση στη Θράκη).

Τέλος, στην Κύπρο η ελληνική πλευρά πολύ λίγα πράγµατα έχει να περιµένει. Και αν µπορέσει να υπερασπίσει κάτι, αυτό  θα είναι δυνατόν µονάχα εάν ο κυπριακός πληθυσµός στο σύνολό του φανεί διατεθειµένος να πολεµήσει, αν χρειαστεί, µε νύχια και µε δόντια. Αυτό δυστυχώς δεν έγινε το 1974, όταν είδαµε βέβαια την τραγωδία των  Κυπρίων, αλλά δεν είδαµε µιαν επίµονη παλλαϊκή αντίσταση µέχρις εσχάτων. Όµως τούτη τη φορά δεν υπάρχει νότος για να καταφύγει κανείς.  Υπάρχει µόνον η θάλασσα.

Το δεύτερο σηµείο, που επιθυµούµε να υπογραµµίσουµε, είναι η ανάγκη συγκέντρωσης των δυνάµεων. Ο γεωγραφικός κατακερµατισµός του ελληνικού χώρου γεννά εύκολα τον πειρασµό αντίστοιχου κατακερµατισµού των ενόπλων δυνάµεων, έτσι ώστε να επιτευχθεί η κατά το δυνατόν πληρέστερη κάλυψή του. Ο πειρασµός αυτός µπορεί να αποβεί θανάσιµος, άλλωστε και ο σκοπός είναι καθ' εαυτόν ουτοπικός. Η αριθµητική υπεροχή της τουρκικής πλευράς και το πλήθος των πιθανών στόχων της της δίνει εξ αντικειµένου ορισµένα περιθώρια επιλογής και εκτέλεσης παραπλανητικών αποβατικών και άλλων κινήσεων µε σκοπό να ενταθεί ο έτσι κι αλλιώς υπαρκτός ελληνικός πειρασµός του κατακερµατισµού των δυνάµεων. Αντίστοιχα µεγάλη επαγρύπνηση και διαίσθηση απαιτείται από την πλευρά της ελληνικής ηγεσίας, η οποία θα πρέπει να ξεκόψει εξ αρχής από την αντίληψη ότι είναι δυνατή η ίση προστασία των πάντων, θα πρέπει επίσης, λόγω της αριθµητικής µειονεξίας και της απόλυτης αναγκαιότητας αεροπορικής παρουσίας σε όλα τα καίρια επιχειρησιακά σηµεία, να θέσει σε δευτερεύουσα και τριτεύουσα µοίρα την προάσπιση πόλεων καί αµάχων πληθυσµών και να επικεντρώσει τα διαθέσιµά της όχι στην κάλυψη χώρου, αλλά αποκλειστικά στη συντριβή του κύριου όγκου των εχθρικών ενόπλων δυνάµεων, εκεί όπου αυτές θα ρίξουν το βάρος τους και ει δυνατόν πρίν προλάβουν να αναπτυχθούν πλήρως. Προκειµένου να εκπληρωθεί ο υπέρτατος αυτός σκοπός ίσως χρειασθεί να διακινδυνεύσει ο αριθµητικά υποδεέστερος την απώλεια εδαφών ή και τη διεξαγωγή επιχειρήσεων µε ανοιχτά τα πλευρά του, πράγµα που θα πρέπει ν' αναπληρώνει µε ευελιξία και ταχύτητα. Όµως η τελική έκβαση θα κριθεί µε βάση τα όσα θα γίνουν στο επίπεδο εκείνο που άπτεται της ίδιας της ουσίας του πολέµου. Πόλεµος σηµαίνει προαρχικά επιδίωξη συντριβής των εχθρικών ενόπλων δυνάµεων, απ' αυτήν εξαρτώνται κι  απ' αυτήν απορρέουν όλα τα άλλα. Καί εάν αυτή επιτευχθεί, τότε αναπληρώνονται αργά ή γρήγορα όλα, όσα θυσίασε κανείς θέλοντας να συγκεντρώσει τις δυνάµεις του την αποφασιστική στιγµή στο αποφασιστικό σηµείο. Κατά τρίτον λόγο, η ελληνική πλευρά δεν θα µπορέσει να αντισταθµίσει τα γεωγραφικά της µειονεκτήµατα έναντι της τουρκικής αν δεν καλύπτει µε ικανή δύναµη πυρός το σύνολο της τουρκικής επικράτειας και όχι απλώς τα θέατρα του πολέµου και περιορισµένο βάθος του χώρου γύρω τους. …

Τα πράγµατα θα ήσαν πολύ απλούστερα, εννοείται, αν  η Ελλάδα καί η Κύπρος δεν ήσαν κράτη µε de facto µειωµένα κυριαρχικά δικαιώµατα, αν δηλαδή οι αποφάσεις τους δεν εξαρτιόνταν ούτε άµεσα ούτε έµµεσα από το τι ανέχονται οι Ηνωµένες Πολιτείες και το τι θεωρεί ως casus belli η Τουρκία. Στην περίπτωση αυτή, η κυρίαρχη κυπριακή κυβέρνηση θα καλούσε την κυρίαρχη ελληνική κυβέρνηση να εγκαταστήσει αεροπορικές δυνάµεις στο έδαφός της, οι οποίες θα µπορούσαν να πλήξουν άµεσα την καρδιά και το υπογάστριο της τουρκικής επικράτειας. Στο κάτω-κάτω η Ελλάδα είναι εξίσου εγγυήτρια ∆ύναµη του κυπριακού κράτους και εποµένως έχει τουλάχιστον τα ίδια δικαιώµατα µε την Τουρκία να εγκαταστήσει εκεί τις Ένοπλες δυνάµεις της. Αλλά τέτοιες παλικαριές ούτε καν να τις ονειρευθεί δεν τολµά όποιος είναι υποχρεωµένος να επαιτήσει το τελευταίο ανταλλακτικό  και την τελευταία βίδα.

Τέταρτο και τελευταίο, µπροστά στη γενικότερη πλεονεκτική θέση της Τουρκίας, η Ελληνική πλευρά δεν θα είχε σοβαρές πιθανότητες στρατιωτικής νίκης αν δεν έβρισκε τη δύναµη και την αποφασιστικότητα να καταφέρει το πρώτο (µαζικό) πλήγµα, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό. Το πρώτο πλήγµα το επιβάλλει σήµερα όχι κάποια «πολεµοχαρής» διάθεση, αλλά η λογική των σύγχρονων οπλικών συστηµάτων: η λογική του µέσου αυτονοµείται, όπως αναφέραµε στίς εισαγωγικές µας παρατηρήσεις, και προσδιορίζει ουσιωδώς τον προσανατολισµό της πολεµικής στρατηγικής.

Αν η ελληνική πλευρά, λέγοντας «αµυντικό δόγµα», εννοεί ότι, φοβούµενη µήπως εκτεθεί στα µάτια της διεθνούς κοινής γνώµης και των συµµάχων, προτίθεται σε οποιαδήποτε περίπτωση (γενικού) πολέµου να αφήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων καί το πλεονέκτηµα του πρώτου (µαζικού) πλήγµατος στον εχθρό, τότε έχει κατά πάσα πιθανότητα υπογράψει µόνη της και εκ προοιµίου την καταδίκη της. Με δεδοµένη την τουρκική υπεροπλία και τη γενικότερη τουρκική γεωπολιτική υπεροχή ένα (µαζικό) πρώτο πλήγµα εξ ανατολών θα παραλύσει τεχνικά, αλλά και ψυχολογικά την ελληνική πλευρά. Σε παλαιότερους πολέµους, διεξαγόµενους στην ξηρά, µπορούσε ενδεχοµένως να αφεθεί στον εχθρό η επιθετική πρωτοβουλία έως ότου εξαντλήσει τίς δυνάµεις του. Όµως αυτό προϋπέθετε ότι ο αµυνόµενος κατείχε θέσεις φυσικά ή τεχνητά οχυρές που του επέτρεπαν να κρατήσει τις δικές του δυνάµεις σχετικά αλώβητες ώσπου να περάσει στην αντεπίθεση. Σήµερα, η δύναµη και το βεληνεκές του πυρός από κάθε κατεύθυνση προς κάθε κατεύθυνση και η µετάθεση του πολεµικού κέντρου βάρους από την ξηρά στον αέρα ακυρώνει αυτήν την προϋπόθεση· δεν υπάρχουν πια κρυψώνες για τις ένοπλες δυνάµεις, και το (µαζικό) πρώτο πλήγµα αποσκοπεί ακριβώς στην εξουδετέρωση των µέσων µιας αντεπίθεσης σε ευρεία κλίµακα. Οι ίδιοι αυτοί τεχνικοί παράγοντες καθιστούν τον χρόνο αποφασιστικό µέγεθος, µε άλλα λόγια προσδίδουν στην εναρκτήρια φάση του πολέµου καθοριστική σηµασία.

Ό,τι δεν κερδίζεται ή ό,τι χάνεται στη φάση αυτή είναι δυσκολότατο ν' αποκτηθεί ή να αναπληρωθεί κατόπιν. Γι' αυτό και το πρώτο πλήγµα, το οποίο εγκαινιάζει την καθοριστική εναρκτήρια φάση του πολέµου, πρέπει να είναι όσο το δυνατόν µαζικότερο και καιριότερο. Πρώτο πλήγµα, µε τη στρατηγική σηµασία του όρου, δεν είναι ο πρώτος τυχόν πυροβολισµός που πέφτει κατά το πρώτο «θερµό επεισόδιο» µιας πολεµικής αντιπαράθεσης· είναι µια συντονισµένη και ακαριαία ενέργεια όλων των κλάδων των ενόπλων δυνάµεων προς εκµηδένισητων ζωτικών σηµείων του εχθρικού πολεµικού δυναµικού, ιδίως όσων εµφανίζονται κρίσιµα µέσα στη δεδοµένη συγκυρία. Μπορεί να καταφερθεί στο πλαίσιο της κλιµάκωσης ενός τοπικού «θερµού επεισοδίου», αλλά και πολύ νωρίτερα ακόµα, όταν δηλαδή διαπιστωθεί ότι επίκειται έτσι κι αλλιώς εχθρική επίθεση· το επιτελικό σχέδιο του πρώτου πλήγµατος πρέπει λοιπόν να βρίσκεται στο συρτάρι ήδη από καιρό  ειρήνης, χωρίς αυτό να σηµαίνει καθόλου ότι όποιος το έχει καταστρώσει και όποιος θα το εφαρµόσει είναι αναγκαία ο επιτιθέµενος µε την ιστορική και πολιτική έννοια του όρου.

Καθώς το γεωπολιτικό δυναµικό της  Τουρκίας µακροπρόθεσµα ενισχύεται, ενώ της Ελλάδας µακροπρόθεσµα συρρικνώνεται, ο επιτιθέµενος µε την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν µπορεί να είναι άλλος από την Τουρκία· ανεξάρτητα από εθνικές µυθολογίες, το γεγονός τούτο δεν έχει καµµία σχέση µε ηθικές ή φυλετικές ιδιότητες, αλλά οφείλεται στη διαµόρφωση του συσχετισµού των δυνάµεων, και τα πράγµατα θα αντιστρέφονταν αν αντιστρεφόταν και ο συσχετισµός των δυνάµεων. Αλλά όποιος, θέλοντας και µη, υιοθετεί αµυντική στρατηγική στο ιστορικό και στο πολιτικό επίπεδο, δεν είναι γι' αυτόν καί µόνον τον λόγο υποχρεωµένος να υιοθετήσει αµυντική στρατηγική στο στρατιωτικό επίπεδο. Τα δύο επίπεδα δεν πρέπει να συγχέονται κατά κανένα τρόπο. Άλλο είναι η άµυνα ως ιστορικο-πολιτικός σκοπός και άλλο η άµυνα ως στρατιωτικό µέσο, άλλο ο αµυντικός χαρακτήρας ενός πολέµου και άλλο η αµυντική διεξαγωγή ενός πολέµου. Άλλωστε από στρατιωτική άποψη η καθαρά  αµυντική διεξαγωγή πολέµου στερείται νοήµατος και είναι πρακτικά αδύνατη. Αν την παίρναµε στα σοβαρά, θα σήµαινε ότι ο επιτιθέµενος µπορεί να κάνει ό,τι θέλει ατιµώρητα, διατρέχοντας απλώς τον κίνδυνο να επανέλθει στην αρχική του θέση και να προετοιµασθεί για να ξαναδοκιµάσει. Καµµιά άµυνα δεν είναι τελεσφόρα, αν δεν εµπεριέχει µια δραστική τιµωρία του επιτιθέµενου, όµως η τιµωρία αυτή δεν µπορεί παρά να συνίσταται σε πράξεις, οι οποίες, αν ιδωθούν µεµονωµένα, χαρακτηρίζονται από την ισχυρή παρουσία επιθετικών στοιχείων: ο αµυνόµενος πυροβολεί µε τον ίδιο τρόπο και για τον ίδιον σκοπό όπως και ο επιτιθέµενος.

Στα παραπάνω τέσσερα σηµεία συνοψίσαµε τις προϋποθέσεις, υπό τις όποιες η Ελλάδα θα µπορούσε να κερδίσει έναν πόλεµο εναντίον της Τουρκίας. Προσοχή: δεν λέµε ότι είναι σε θέση να το κάµει ή ότι θα το κάµει, λέµε µόνον ότι, αν το πετύχει, µπορεί να το  πετύχει υπ' αυτές τίς προϋποθέσεις και µόνο. Με τη σειρά τους, όµως, οι προϋποθέσεις αυτές προϋποθέτουν άλλα πράγµατα, δηλαδή ορισµένο στρατιωτικό δυναµικό, ορισµένη δύναµη πυρός και ορισµένη δόµηση των ενόπλων δυνάµεων. Η τήρηση του κανόνα της συγκέντρωσης των δυνάµεων δεν έχει καµµιάν αξία, όταν οι δυνάµεις σου είναι πενιχρές· και το πρώτο πλήγµα επίσης δεν αποφέρει µεγάλα κέρδη, όταν το καταφέρεις µ' ένα κυνηγετικό όπλο - γι' αυτό άλλωστε και η υπογράµµιση της στρατηγικής σηµασίας του πρώτου πλήγµατος διόλου δεν εµπεριέχει κάποιαν έµµεση παρότρυνση να ξεκινήσει κανείς πόλεµο από λεβεντιά και στα καλά  καθούµενα· σηµαίνει µόνον ότι, αν ένας εµπόλεµος διαθέτει επαρκή µέσα για ένα καίριο πρώτο πλήγµα, πρέπει να τα χρησιµοποιήσει, εφ'όσον θέλει να κερδίσει έναν πόλεµο µε δεδοµένες τις σύγχρονες και  υπερσύγχρονες τεχνολογικές συνθήκες. Aφού λοιπόν οι στρατηγικές προϋποθέσεις της νίκης δεν είναι καν δυνατόν να συγκεντρωθούν αν δεν υφίσταται το απαραίτητο στρατιωτικό δυναµικό, τίθεται αυτόµατα το ερώτηµα σε ποιάν κατάσταση βρίσκεται σήµερα από την άποψη αυτή η ελληνική πλευρά, σε σύγκριση πάντα µε την τουρκική. Και αφού  το τουρκικό γεωπολιτικό δυναµικό (µε τη γνωστή µας ήδη τριπλή έννοια του όρου) είναι υπέρτερο του ελληνικού, ερωτάται επίσης κατά πόσον η ελληνική πλευρά ισοφαρίζει τα οργανικά της µειονεκτήµατα µε την ανωτερότητά της στον οικονοµικό καί στον εξοπλιστικό τοµέα, κατά πόσον το ποιοτικό της προβάδισµα υπερκαλύπτει τις τυχόν ποσοτικές ελλείψεις.

Στα ερωτήµατα αυτά η απάντηση σήµερα είναι σαφής: η Ελλάδα δεν διαθέτει επαρκή µέσα αποτροπής, εάν ορίσουµε την αποτροπή - όπως οφείλουµε να την ορίσουµε - ως ικανότητα να καταφέρεις ένα καίριο πρώτο πλήγµα καί να παραλύσεις για µακρό χρονικό διάστηµα τον εχθρό. Ούτε η ποιοτική υπεροχή της ελληνικής πλευράς αντισταθµίζει τα ποσοτικά της µειονεκτήµατα, ούτε η ελληνική δύναµη πυρός καλύπτει το σύνολο της τουρκικής επικράτειας, αδυνατώντας έτσι να προστατεύσει αποτελεσµατικά και την Κύπρο. Και το χειρότερο δεν είναι καν η σηµερινή εικόνα καθ' εαυτήν· είναι η δυναµική της εξέλιξης, αν την παρακολουθήσουµε στην τελευταία δεκαπενταετία και αν κάνουµε τις εύλογες προβολές στο µέλλον µε βάση τις ήδη παρούσες και βαρύνουσες ενδείξεις. Τότε θα δούµε ότι η διεύρυνση της απόστασης ανάµεσα στο στρατιωτικό δυναµικό της Ελλάδας και σ' εκείνο της Τουρκίας αποτυπώνει λίγο-πολύ πιστά την επέκταση του  τουρκικού γεωπολιτικού δυναµικού και τη συρρίκνωση του αντίστοιχου ελληνικού. …


(ΘΕΜΕΛΙΟ, 1998, σελ. 392-399)

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου (2)


Το πραγματικό φόβητρο της Τουρκίας

Η ιστορική και πολιτική ανάλυση µπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να διαπιστώνει ρεύµατα καί κινητήριες δυνάµεις· δεν είναι σε θέση να προβλέπει γεγονότα. … Όποια τροπή και να πάρουν τα πράγµατα, σε καµµία περίπτωση η Τουρκία δεν συµπορεύεται στη παρούσα φάση ούτε θα συµπορευθεί στο µέλλον µε τίς Ηνωµένες Πολιτείες ως άβουλος εντολοδόχος τους. Ακόµα και όταν αναναλαµβάνει ρόλο περιφερειακού τοποτηρητή, το κάνει για να προωθήσει δικές της θέσεις και δικά της συµφέροντα, για να έχει πρόσβαση στην υπερσύγχρονη στρατιωτική τεχνολογία και για να βρίσκεται κοντά σε κέντρα λήψεως κρίσιµων αποφάσεων. Άλλωστε δεν θα είναι αυτή η πρώτη φορά στην ιστορία όπου µια µικρή ή µεσαία ∆ύναµη εργάζεται για τα δικά της σχέδια από τη θέση του τοποτηρητή µιας Μεγάλης ∆ύναµης - κάτω από τα φτερά της, όχι όµως δίχως δικά της φτερά. Όταν ο µόνος Έλληνας πολιτικός ολκής, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ζητούσε να συνταχθεί η Ελλάδα µε κάθε θυσία, ακόµα και µε αντίτιµο τον εµφύλιο πόλεµο, στο πλευρό των Δυτικών Δυνάμεων, το έκανε γιατί διέβλεπε ότι η χώρα µόνον ως τοποτηρητής τους µετά τη νίκη τους  θα ήταν σε θέση να πραγµατώσει τα µείζονα εθνικά της όνειρα. Και δεν δίστασε να µετατρέψει τον ελληνικό στρατό ακόµα και σε µισθοφόρους των Αγγλογάλλων (π.χ. στην Ουκρανία) προκειµένου να πάρει ως αντάλλαγµα την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών.

Τέτοιες αποφάσεις δεν τίς υπαγόρευε η εθελοδουλεία,  αλλά η πολιτική Ιδιοφυΐα και το πολιτικό µεγαλείο, το ένστικτο του µεγάλου παίκτη στο µεγάλο παιγνίδι της πολιτικής. Βεβαίως, οι ιδιότητες αυτές δεν έχουν εθνικότητα και φυλή, και η τουρκική εθνική ηγεσία θα τις χρειασθεί κι αυτή σε υψηλό βαθµό, αν µπει στον δρόµο της γεωπολιτικής εκδίπλωσης ως ιδιόβουλος τοποτηρητής του παγκόσµιου ηγεµόνα -διατρέχοντας πάντοτε τον κίνδυνο να πάθει ό,τι έπαθε και η Ελλάδα µετά το 1920. Πράγματι, ο µεγαλύτερος µελλοντικός κίνδυνος για την Τουρκία - και η µεγαλύτερη, αν όχι η µοναδική ελπίδα για την Ελλάδα- έγκειται στο ενδεχόµενο της ανάδυσης Δυνάµεων ικανών να συναγωνισθούν την αµερικανο-τουρκική επιρροή τόσο στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία όσο και στα Βαλκάνια. Μονάχα µια ισχυρή εθνικιστική και επεκτατική Ρωσσία θα µπορούσε να αποτελέσει δραστικό φραγµό των τουρκικών φιλοδοξιών στα Βαλκάνια (όπου θα αναζωπυρώνονταν οι παλαιοί ρωσσικοί δεσµοί µε τη Σερβία και τη Βουλγαρία) και στην Ανατολή (όπου επίσης θα ενεργοποιούνταν ο παλαιός αντιτουρκικός άξονας Ρωσσίας καί Ιράν). Είναι άγνωστο αν αυτό το ενδεχόµενο θα επισυµβεί ή αν η Ρωσσία θα τελµατωθεί µακρόχρονα. Πάντως µια «φιλελευθεροποίησή» της µε την έννοια της προσαρµογής της στα αµερικανικά πρότυπα και στις αµερικανικές επιθυµίες  πιθανότατα θα σήµαινε την αποθράσυνση της Τουρκίας και τη χαριστική  βολή για την ουσιαστική, αν όχι και για την τυπική ανεξαρτησία της  Ελλάδας. Όσοι σκέφτονται φιλελεύθερα και οικονοµιστικά ασφαλώς θα δυσκολευθούν πολύ να το καταλάβουν αυτό, όµως είναι αλήθεια. Μια Ρωσσία που θα έµπαινε βαθµηδόν στο πετσί της παλιάς Σοβιετικής Ένωσης - αυτό είναι το πραγµατικό φόβητρο της Τουρκίας, … 


(ΘΕΜΕΛΙΟ, 1998, σελ. 391-392)




Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου (1)


Πόλεμος και Πολιτική

Ο πόλεμος αποτελεί συνέχεια της πολιτικής υπό δύο θεμελιώδεις έννοιες. Όταν ο όρος «πολιτική» εκλαμβάνεται με την αντικειμενική του σημασία, για να χαρακτηρίσει τη διαμορφωμένη μέσα στον χρόνο ιστορικοκοινωνική φυσιογνωμία ενός συλλογικού πολιτικού υποκειμένου, τότε o πόλεμος συνεχίζει την πολιτική υπό την έννοια ότι αποτυπώνει εκ των πραγμάτων, και ανεξάρτητα από τα τρέχοντα μελήματα και βουλήματα των δρώντων προσώπων, τη φυσιογνωμία αυτή, την οποία μπορούμε να δούμε από πολλές πλευρές και, ανάλογα, να την ονομάσουμε πολιτισμική ή κοινωνική ή γεωπολιτική κατάσταση, οικονομικό ή στρατιωτικό δυναμικό κ.τ.λ.

Με την υποκειμενική της σημασία, πάλι, η «πολιτική» υποδηλώνει τους σκοπούς και τις βλέψεις συγκεκριμένων προσώπων με βαρύνοντα λόγο στα πολιτικά πράγματα ενός συλλογικού υποκειμένου· τότε ο πόλεμος συνεχίζει την πολιτική ως μέσο προς εκπλήρωση αυτών των σκοπών και αυτών των βλέψεων. Στο επίπεδο αυτό τίθενται τα προβλήματα της λεγόμενης «υψηλής στρατηγικής», και το σημαντικότερο απ' όλα τους μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: κατά πόσο η πολιτική με την αντικειμενική έννοια του όρου επιτρέπει την πραγμάτωση των σκοπών της πολιτικής με την υποκειμενική έννοια του όρου; Ή: πως πρέπει να διαμορφωθούν οι σκοποί της υποκειμενικής πολιτικής, ούτως ώστε ν’ αντιστοιχούν στα δεδομένα της αντικειμενικής πολιτικής; Ή: προς ποιαν κατεύθυνση και σε ποιαν έκταση πρέπει να επηρεασθούν τα δεδομένα της αντικειμενικής πολιτικής (αν μάλιστα αυτά είναι δυσμενή) προκειμένου να υπηρετήσουν τους στόχους της υποκειμενικής πολιτικής; Αν ως μέσο προς πραγμάτωση των σκοπών της υποκειμενικής πολιτικής επιλεγεί -αδιάφορο αν εκούσια ή ακούσια, δηλαδή για επιθετικούς ή αμυντικούς σκοπούς- ο πόλεμος, τότε τίθεται ένα δεύτερο στρατηγικό ερώτημα: με ποιόν τρόπο πρέπει να διεξαχθεί ο πόλεμος, ούτως ώστε ν' αποδειχθεί πράγματι κατάλληλο μέσο προς πραγμάτωση των πολιτικών στόχων; Και πιο συγκεκριμένα: πόσο ολοκληρωτική νίκη πρέπει να καταγάγει κανείς αν θέλει να πετύχει εξ ολοκλήρου τους σκοπούς του; …

Ο Poincare, ο μεγάλος Γάλλος μαθηματικός, είπε κάποτε ότι ο πόλεμος είναι πειραματική επιστήμη στην οποία δεν είναι δυνατόν να διεξαχθούν πειράματα. Τα περιθώρια για πειραματισμούς είναι ακόμα στενότερα σε χώρες όπως η Ελλάδα που, αν δούμε τα πράγματα έστω και σε μεσοπρόθεσμη απλώς ιστορική προοπτική, περπατούν πάνω στην κόψη του ξυραφιού. Το λυπηρό παράδοξο σε ακροσφαλείς ιστορικές καταστάσεις συνοδευόμενες από διάχυτα παρακμιακά φαινόμενα είναι ότι η στρατηγική σκέψη θολώνει τόσο περισσότερο, όσο εντονότερα τη χρειάζεται ένα έθνος.

Όπως ο βαριά άρρωστος δεν αναρωτιέται τί θα κάμει σε δέκα χρόνια, αλλά αν θα βγάλει τη νύχτα, έτσι ο ιστορικά ανίσχυρος χαρακτηρίζεται από την έλλειψη μακρόπνοων συλλήψεων και την προσήλωση στα άμεσα δεδομένα· η διαφορά ανάμεσα σ' όποιον χαροπαλεύει βιολογικά και σ' όποιον αποσυντίθεται ιστορικά είναι βέβαια ότι η προσήλωση του πρώτου στα άμεσα δεδομένα εμφανίζεται ως προσπάθεια υπέρβασης ενός πόνου, ενώ του δεύτερου ως κοντόθωρη ευδαιμονιστική επιδίωξη. Η τάση άρνησης ή απώθησης των μακροπρόθεσμων παραγόντων και εξελίξεων, δηλαδή των δεδομένων της πολιτικής υπό την αντικειμενική έννοια του όρου, δυναμώνει όταν τα δεδομένα αυτά θίγουν νευραλγικά ψυχολογικά σημεία, με άλλα λόγια τις εθνικές αυταρέσκειες και ψευδαισθήσεις. Υπό την επήρειά τους συνήθως υπερτιμάται η σημασία των τομέων, στους οποίους υπερέχει πραγματικά ή φανταστικά η Ελλάδα (π.χ. θεωρείται ουσιώδες πολιτικό και ιστορικό πλεονέκτημα ότι η Ελλάδα είναι χώρα «ευρωπαϊκή» και «δημοκρατική», ενώ η Τουρκία «οθωμανική», «βάρβαρη», «φασιστική» κ.τ.λ.), και ταυτόχρονα η ισχύς ή οι επιτυχίες της άλλης πλευράς αποδίδονται κατά σύστημα στην εύνοια των Μεγάλων, στον ανθελληνισμό της Δύσης κ.ο.κ.

Τέτοια φαινόμενα είναι από πολλές απόψεις φυσιολογικά και αναπόδραστα, ιδιαίτερα όταν δρουν οι μηχανισμοί της μαζικής ψυχολογίας και της διαμόρφωσης συλλογικών ταυτοτήτων· και δεν θα ήσαν ούτε καν επικίνδυνα, αν υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ότι η πολιτική ηγεσία του τόπου, στο σύνολο και στη διαχρονική της συνέχεια, σκεφτόταν και ενεργούσε με βάση εντελώς διαφορετικές κατηγορίες και παραστάσεις. Όμως αυτό δεν συμβαίνει, επαρκώς τουλάχιστον.

Την σκέψη σε ιστορικές και στρατηγικές διαστάσεις την κατάπιε εντελώς σχεδόν, μαζί με όσα θα έπρεπε να τη στηρίζουν έμπρακτα, το πελατειακό σύστημα, το δούναι και λαβείν, το οποίο τελευταία, στο πλαίσιο του ακάθεκτου εκσυγχρονισμού μας, έχει πάρει την πολιτισμένη ονομασία του «διαλόγου» - διαλόγου οπισθοβούλου, πολυδαιδάλου και πολυμήχανου, διαλόγου των πάντων με τους πάντες περί των πάντων εις πάντας τόπους και πάντας χρόνους. Όποιος δεν μετέχει σε τέτοιους διάλογους και δεν υπόκειται στις σκοπιμότητές τους, έχει την ελευθερία -και την υποχρέωση- να σταθμίσει στρατηγικά έναν ενδεχόμενο ελληνοτουρκικό πόλεμο στο φως της εννοιολογικής κλίμακας που αναπτύξαμε εισαγωγικά. Από τα μακροδεδομένα της αντικειμενικής πολιτικής θα πρέπει να περάσει στους σκοπούς της υποκειμενικής πολιτικής, εξετάζοντας κατά πόσο και με ποια μορφή μπορεί ο πόλεμος ν' αποτελέσει μέσο για την πραγμάτωσή τους. Και θα πρέπει να θυμάται πάντοτε ότι ο καθένας είναι τόσο σοβαρός ο ίδιος, όσο σοβαρό θεωρεί τον εχθρό του και όσο σοβαρά τον αντιμετωπίζει. Οι ηθικολογίες είναι ένας εύκολος τρόπος για να καθίσταται ο εχθρός αξιοπεριφρόνητος. Γι' αυτό και δεν αποδεικνύουν τίποτε άλλο πέρα από την πολιτική ελαφρότητα εκείνου που τις χρησιμοποιεί.


(ΘΕΜΕΛΙΟ, 1998, σελ. 381-383)

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Ο ακλόνητος νους


Εδώ η λέξη ακλόνητος έχει διαφορετική σημασία από την περίπτωση, κατά την οποία αναφέρεται σε κάτι άψυχο, όπως μια πέτρα ή ένα δέντρο. Σημαίνει ότι ο νους συνεχίζει την ελεύθερη κίνηση του ανεπηρέαστα και δεν κολλάει σε κάτι ούτε για ελάχιστο χρονικό διάστημα. Συνεπώς μπορεί και κινείται ελεύθερα εμπρός, πίσω, αριστερά, δεξιά και γενικά προς κάθε κατεύθυνση. …

Όταν ο νους σου παγιδευτεί από κάτι, αρχίζεις να σκέφτεσαι. Αναπόφευκτα όλο σου το είναι οδηγείται σε αναταραχή. Μετά από αυτό, ακόμη και αν αποφασίσεις να επαναφέρεις το νου σου στην κατάσταση που περιγράφεται ως ακλόνητος, αυτός δεν επανέρχεται …Όπως για παράδειγμα, αν καθώς κοιτάζουμε κάποιο δέντρο συγκεντρώσουμε το βλέμμα μας σε ένα κόκκινο φύλλο του κοντά στον κορμό, δεν θα μπορέσουμε να δούμε τα άλλα. Αν όμως δεν συγκεντρώσουμε το βλέμμα μας σε ένα και μοναδικό φύλλο και ο νους μας δεν κολλήσει ούτε καν στο ίδιο το δέντρο, όλα του τα φύλλα θα γίνουν ορατά. …

Καθώς προοδεύεις και από αρχάριος βαθμιαία, ακολουθώντας τα διάφορα στάδια της άσκησης κατορθώνεις να αποκτήσεις ακλόνητο νου, στην πραγματικότητα επιστρέφεις στο πρωταρχικό στάδιο του αρχάριου. …

Ο αρχάριος δεν γνωρίζει ποιος είναι ο τρόπος για να κρατάει το σπαθί ούτε κατέχει άλλες γνώσεις σχετικά με την Πολεμική Τέχνη. Έτσι ο νους του δεν κολλάει ποτέ. Αν δεχτεί επίθεση, αμύνεται ενστικτωδώς, χωρίς υπολογισμούς. Όμως, καθώς μελετάει τις διάφορες τεχνικές σχετικά με τη στάση του σώματος, το κράτημα του σπαθιού, την απόκτηση κατάλληλου πλαισίου λειτουργίας του νου και όλες τις άλλες, ο νους του κολλάει κάποιες στιγμές και, χωρίς να το περιμένει, καθυστερεί στην αντίδραση του, όταν δέχεται επίθεση.

Καθώς οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια περνούν μέσα σε σκληρή άσκηση, αποκτά την ικανότητα να παίρνει τη σωστή στάση του σώματος, να κρατάει το σπαθί με το σωστό τρόπο και να εκτελεί σωστά τις διάφορες τεχνικές, χωρίς να χρειάζεται σκέψη. Τότε ο νους του μοιάζει με το νου του αρχάριου, που δεν γνωρίζει τίποτε από την Πολεμική Τέχνη. Με άλλα λόγια, ο νους λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο στο αρχικό και στο τελικό στάδιο. …

Οι περισσότεροι δεν μπορούν να καταλάβουν τι πραγματικά σημαίνει ακλόνητος νους. Λίγοι έχουν τη δυνατότητα να το καταλάβουν και από αυτούς ελάχιστοι αξιοποιούν τη δυνατότητα τους αυτή και επιδιώκουν να αποκτήσουν ακλόνητο νου. Γιατί η πλήρης κατανόηση του ακλόνητου νου είναι δυνατή μόνο με την απόκτηση του και όχι με περιγραφές. …

Ο νους δεν πρέπει να βρίσκεται πουθενά. Με αυτό εννοώ πως ο νους πρέπει να διαχέεται σε ολόκληρο το σώμα, πως πρέπει να απλώνεται τελείως αδέσμευτος. Τότε, όταν χρησιμοποιείς τα χέρια σου, θα τα χρησιμοποιείς ελεύθερα. Όταν τα πόδια και τα μάτια σου θα έχουν σημασία και αυτά θα μπορούν στην ανάγκη να κινούνται ελεύθερα, όπως και κάθε μέρος του σώματος σου. Όταν όμως ο νους σου σταματήσει σε κάποιο συγκεκριμένο μέρος του σώματός σου, κυριεύεται από αυτό και αχρηστεύεται. Αν σκεφτείς που πρέπει να τον κατευθύνεις παγιδεύεται από την ίδια σου τη σκέψη. Γι’ αυτό κατά τη διάρκεια της δράσης, εγκατέλειψε τελείως την ιδέα ότι κάποιες σκέψεις σου έχουν ξεχωριστή αξία και πρέπει οπωσδήποτε να τις κάνεις. Απομάκρυνε το νου σου από όλα τα μέρη του σώματος σου. Μην τον κατευθύνεις σε κάποια ιδιαίτερη θέση. Τότε να είσαι βέβαιος ότι θα μπορείς να τον έχεις σε οποιοδήποτε μέρος του σώματός σου και αν τον χρειαστείς.

Το μέσο, με το οποίο μαθαίνει κανείς πώς να μη σταματά το νου του σε μια θέση, είναι η πνευματική άσκηση. Ο πιο σημαντικός στόχος της είναι η απόκτηση νου, ο οποίος δεν σταματά πουθενά. Αν δεν αφήσεις το νου σου να σταματήσει κάπου, θα βρίσκεται παντού.

Όταν κάποιος κατορθώσει να φτάσει στην κατάσταση της μη-προσκόλλησης ο νους του δεν σταματά πουθενά. Μπορεί να ανταποκρίνεται στην κάθε περίσταση, μπορεί να κάνει οτιδήποτε. Είναι ακριβώς σαν το νερό που κυλάει ελεύθερα. …

Ο μόνος τρόπος για να πετύχεις τη μη προσκόλληση είναι να παραμερίζεις οτιδήποτε σου παγιδεύει το νου, χωρίς να σκέπτεσαι με τι τρόπο θα το κάνεις. Αν διαρκώς και με αυτόν τον τρόπο παραμερίζεις ότι σου παγιδεύει το νου, θα μπορέσεις να φτάσεις στην κατάσταση της μη προσκόλλησης. Αν όμως προσπαθήσεις να πετύχεις κάτι τέτοιο βιαστικά, δεν θα το κατορθώσεις. Κάποιο κλασικό ποίημα λέει:

«Το να σκέπτεσαι ότι δεν πρέπει να σκέφτεσαι,
είναι και αυτό σκέψη.
Μη σκέπτεσαι λοιπόν
ούτε το ότι δεν πρέπει να σκέπτεσαι».



(ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΣΠΡΟ ΦΤΕΡΟ», 1990, σελ. 13-18, 28, 32-41)

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Έτοιμος δια παν ενδεχόμενον

Διογένης ο Κυνικός





«Καθώς τον ρωτούσαν ποιο όφελος
είχε αποκομίσει από τη φιλοσοφία, απάντησε:
Ελλείψει άλλου πράγματος, τουλάχιστον
είμαι έτοιμος δια παν ενδεχόμενον»

ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ,
Βίος και δόγματα των διαπρεπών φιλοσόφων,
Βιβλίο ΣΤ´

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Η προσκόλληση του νου


Η προσκόλληση είναι χαρακτηριστικό των ανθρώπων, οι οποίοι δεν είναι φωτισμένοι … Ο νους όσων βρίσκονται σ’ αυτή την πνευματική κατάσταση, είναι αδύναμος. Με το παραμικρό παγιδεύεται, συλλαμβάνεται και ακινητοποιείται. Οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται πνευματικά σ’ αυτή την κατάσταση.

Θα δείξω όμως τι εννοώ, όταν λέω «προσκόλληση», χρησιμοποιώντας κάποιο παράδειγμα από την τέχνη σου. Αν ο αντίπαλος κατεβάζει το σπαθί του για να σε κτυπήσει κι εσύ, μόλις αντιληφθείς την κίνησή του, σκεφτείς να ανταποδόσεις το χτύπημα, ο νους σου σταματά, γιατί συνελήφθη από το σπαθί του αντιπάλου σου. Έτσι όμως χάνεις την ελευθερία των κινήσεων σου και σκοτώνεσαι. Αυτό εννοώ, όταν λέω «προσκόλληση».

Εάν όμως ο νους σου δεν συλληφθεί από το σπαθί του αντιπάλου σου, ακόμη και όταν το βλέπεις να κατεβαίνει, δηλαδή αν, παρακολουθώντας την κίνησή του, δεν σκεφτείς να ανταποδώσεις το χτύπημα – ή για να είμαι ακριβέστερος, εάν δεν κάνεις την παραμικρή σκέψη – και αν δεν σε πιάσει ταραχή την κρίσιμη ακριβώς στιγμή, κατά την οποία το σπαθί κινείται εναντίον σου, τότε μπορείς να αποφύγεις το χτύπημα, να πλησιάσεις τον αντίπαλο και να του αποσπάσεις το σπαθί, με το οποίο θα σε σκότωνε. Έτσι, τελικά αυτός σκοτώνεται από το ίδιο του το σπαθί. …

Όταν συγκεντρώνεσαι στον αντίπαλο, ο νους παγιδεύεται από αυτόν, όπως και όταν συγκεντρώνεται στον ίδιο σου τον εαυτό, χάνεται μέσα σου. Δηλαδή δεν υπάρχουν περιθώρια ούτε για αυτοσυγκέντρωση όσο διαρκή η μάχη. Η αυτοσυγκέντρωση μάλλον είναι σημάδι αρχαρίου, που μόλις άρχισε την άσκηση. Όταν συγκεντρώνεται στο σπαθί, ο νους σου παγιδεύεται από το σπαθί … Οποτεδήποτε παγιδεύεται ο νους σου, γίνεται σαν κέλυφος χωρίς περιεχόμενο.


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΣΠΡΟ ΦΤΕΡΟ», 1990, σελ. 9-12)

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Η σχέση sex και θανάτου (1)


Η ταινία μια “Μια Επικίνδυνη Μέθοδος” εξιστορεί την ιστορία της φιλίας και μετέπειτα ρήξης των δύο μεγάλων μορφών της ψυχανάλυσης, Καρλ Γιουνγκ και Σίγκμουντ Φρόιντ, καθώς και τον καταλυτικό ρόλο της Σαμπίνα Σπιλράιν στη σχέση τους. Στις δύο σκηνές που ακολουθούν Γιουνγκ και Σπιλράιν -στην πρώτη, Σπιλράιν και Φρόιντ - στη δεύτερη, συζητούν για τη σχέση θανάτου και sex:

Σκηνή πρώτη

Καρλ Γιουνγκ: Εξήγησέ μου αυτή την αναλογία που κάνεις ανάμεσα στο ένστικτο του sex και στο ένστικτο του θανάτου.

Σαμπίνα Σπιλράιν: Ο καθηγητής Φρόιντ ισχυρίζεται ότι η σεξουαλική ορμή … προκύπτει από μια απλή προτροπή προς την τέρψη. Αν έχει δίκιο, το ερώτημα είναι γιατί αυτή η ορμή … τόσο συχνά καταπιέζεται;

Καρλ Γιουνγκ: Είχες μια θεωρία που αφορούσε την ώθηση προς την καταστροφή … και την αυτοκαταστροφή, που σε κάνει να χάνεσαι.

Σαμπίνα Σπιλράιν: Λοιπόν, ας υποθέσουμε ότι θεωρούμε τη σεξουαλικότητα … ως συγχώνευση, του να χάνεσαι, όπως λες … αλλά του να χάνεσαι μέσα στον άλλον … με άλλα λόγια να καταστρέφεις τη δική του ατομικότητα. Το «εγώ», σε αυτοάμυνα, δεν θα αντισταθεί αυτόματα σ’ αυτή την ώθηση;

Καρλ Γιουνγκ: Εννοείς για ιδιοτελείς όχι για κοινωνικούς λόγους;

Σαμπίνα Σπιλράιν: Ναι. Λέγω ότι ίσως η αληθινή σεξουαλικότητα … απαιτεί την καταστροφή του εγώ.

Καρλ Γιουνγκ: Με άλλα λόγια, το αντίθετο από ότι προτείνει ο Φρόιντ.


Σκηνή δεύτερη:

Σίγκμουντ Φρόιντ: Ξέρεις η διατριβή σου … οδήγησε σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις … που είχαμε ποτέ στην Ψυχαναλυτική Κοινότητα. Πιστεύεις πραγματικά ότι η σεξουαλική ορμή … είναι μια δαιμονική και καταστρεπτική δύναμη;

Σαμπίνα Σπιλράιν: Ναι, το ίδιο όπως και μια δημιουργική δύναμη, με την έννοια ότι μπορεί να … παραχθεί, από την καταστροφή δύο ατομικοτήτων, ένα νέο ον. Όμως, το άτομο πρέπει πάντα να ξεπερνάει την αντίσταση εξαιτίας … της αυτό-εκμηδενιζόμενης φύσης της σεξουαλικής πράξης.

Σίγκμουντ Φρόιντ: Πάλεψα εναντίον αυτής της ιδέας για κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά υποθέτω … ότι πρέπει να υπάρχει κάποιο είδος άρρηκτης σχέσης μεταξύ sex και θανάτου.