Τρίτη 16 Απριλίου 2013

Η Σωκρατική μέθοδος σκέψης


Η Σωκρατική μέθοδος εξέτασης της κοινής λογικής παρατηρείται σε όλους τους πρώιμους και μέσους πλατωνικούς διαλόγους και, επειδή ακολουθεί σταθερά βήματα, μπορεί να παρουσιαστεί –δίχως να αδικείται στο ελάχιστο- με ύφος που θυμίζει βιβλίο μαγειρικής ή εγχειρίδιο, και να εφαρμοστεί σε οποιαδήποτε πεποίθηση ζητείται από κάποιον να αποδεχτεί ή εναντίον της οποίας αισθάνεται να επαναστατήσει

Σύμφωνα με τη μέθοδο, η ορθότητα μιας δήλωσης δεν μπορεί να καθοριστεί από το αν την ασπάζεται η πλειοψηφία ή αν την ακολουθούσαν για μεγάλο διάστημα σημαντικοί άνθρωποι. Ορθή δήλωση είναι εκείνη που δεν μπορεί να αντικρουστεί λογικά. Μια δήλωση είναι αληθινή αν δεν μπορεί να διαψευσθεί. Αν μπορεί, όσοι και αν την πιστεύουν, όσο σπουδαίοι και αν είναι, δεν γίνεται παρά να είναι λανθασμένη και άρα έχουμε δίκιο να την αμφισβητήσουμε:

1. Εντοπίστε μια δήλωση που περιγράφεται με αυτοπεποίθηση ως κοινά αποδεκτή.

Ανδρεία σημαίνει να μην υποχωρείς στη μάχη. (Πλάτων, Λάχης, 191c)

Το να είσαι ενάρετος απαιτεί χρήματα. (Πλάτων, Μένων, 78c-79a)

2. Φανταστείτε προς στιγμή παρά την αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που τη διατυπώνει, ότι η δήλωση είναι λανθασμένη. Αναζητείστε περιπτώσεις ή καταστάσεις όπου η δήλωση δεν ισχύει.

Θα μπορούσε κάποιος να είναι ανδρείος κι ωστόσο να υποχωρήσει σε μια μάχη;
Θα μπορούσε κάποιος να παραμείνει στη θέση του σε μια μάχη κι όμως να μην είναι ανδρείος;

Θα μπορούσε κάποιος να έχει χρήματα και να μην είναι ενάρετος;
Θα μπορούσε κάποιος να μην έχει καθόλου χρήματα κι όμως να είναι ενάρετος;

3. Αν βρεθεί μια εξαίρεση, ο ορισμός δεν μπορεί παρά να είναι λανθασμένος ή τουλάχιστον ανακριβής.

Είναι δυνατόν να είσαι ανδρείος και να υποχωρείς.
Είναι δυνατόν να παραμένεις στη θέση σου σε μια μάχη κι όμως να μην είσαι ανδρείος.

Είναι δυνατόν να έχεις χρήματα και να είσαι ανέντιμος.
Είναι δυνατόν να είσαι φτωχός και ενάρετος.

4. Η αρχική δήλωση πρέπει να διατυπωθεί διαφορετικά ώστε να συμπεριλάβει την εξαίρεση.

Η ανδρεία συμπεριφορά μπορεί να περιλαμβάνει εξίσου την υποχώρηση όσο και την προέλαση σε μια μάχη.

Όσοι έχουν χρήματα μπορούν να χαρακτηριστούν ενάρετοι μόνο αν τα έχουν αποκτήσει με ενάρετους τρόπους, και κάποιοι άνθρωποι χωρίς χρήματα μπορούν να είναι ενάρετοι όταν έχουν βιώσει καταστάσεις όπου ήταν αδύνατο να είσαι ενάρετος και να αποκτήσεις χρήματα.

5. Αν στη συνέχεια βρει κάποιος εξαιρέσεις στις βελτιωμένες δηλώσεις, η διαδικασία πρέπει να επαναληφθεί. Η αλήθεια, στην περίπτωση που ένας άνθρωπος είναι ικανός να φτάσει σε αυτόν, βρίσκεται σε μια δήλωση που φαντάζει αδύνατο να διαψευσθεί. Μόνο ανακαλύπτοντας τι δεν είναι κάτι, προσεγγίζει κανείς στο να κατανοήσει τι είναι.

6. Το προϊόν της λογικής σκέψης είναι ανώτερο του προϊόντος της διαίσθησης.

Φυσικά είναι δυνατόν να καταλήξουμε στην αλήθεια χωρίς να φιλοσοφούμε. […] Όμως διακινδυνεύουμε να μην ξέρουμε πώς να αντιδράσουμε σε όσους δεν συμφωνούν μαζί μας, εκτός και αν έχουμε ήδη αναλύσει λογικά τις όποιες αντιρρήσεις στη θέση μας. […]

Ο Σωκράτης περιέγραψε την πεποίθηση που διατυπώνεται ως σωστή δίχως την επίγνωση της λογικής απόκρισης στις όποιες εναντίον της ενστάσεις ως γνώμη και την αντιπαρέβαλε δυσμενώς με τη γνώση, που απαιτεί να κατανοούμε όχι μόνο γιατί κάτι είναι αλήθεια αλλά επίσης γιατί οι εναλλακτικές είναι λανθασμένες. Σύγκρινε τις δύο εκδοχές της αλήθειας με τα όμορφα έργα του σπουδαίου γλύπτη Δαίδαλου. Η αλήθεια ως προϊόν διαίσθησης έμοιαζε με άγαλμα τοποθετημένο σε μια βάση σε εξωτερικό χώρο, χωρίς κανένα υποστηρικτικό μέσο. Οποιαδήποτε στιγμή ένας δυνατός άνεμος μπορούσε να το γκρεμίσει. Όμως η αλήθεια που στηρίζεται στα επιχειρήματα και στην επίγνωση των αντεπιχειρημάτων ήταν σαν άγαλμα στερεωμένο στο έδαφος με σχοινιά.

Η σωκρατική μέθοδος σκέψης μας υπέδειξε έναν τρόπο να σχηματίζουμε απόψεις οι οποίες, ακόμα και όταν αντιμετωπίζουμε θυελλώδεις αντιδράσεις, μας προσφέρουν πραγματική αυτοπεποίθηση.

Αλαίν ντε Μποττόν, Η παρηγορία της φιλοσοφίας


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ, 2010, σελ. 36-40)

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Αλμπέρ Καμύ και ο μύθος του Σισύφου


Ένα παράδειγμα της αναγωγής του μύθου σε φιλοσοφία θα βρούμε στην περίφημη ερμηνεία του ελληνικού μύθου του Σισύφου από τον Αλμπέρ Καμύ, τον Γάλλου υπαρξιστή συγγραφέα. Ανάμεσα στις μορφές που ο ήρωας Οδυσσέας συναντά στα Τάρταρα, την περιοχή του Άδη που προοριζόταν για εκείνους που είχαν προσβάλει τον Δία, είναι και ο Σίσυφος, του οποίου η αιώνια τιμωρία ορίζει να σπρώχνει ένα μεγάλο βράχο μέχρι την κορυφή ενός απότομου λόφου, μόνο και μόνο για να τον δει να κατρακυλάει κάθε φορά που πλησιάζει στην κορυφή. Όπως περιγράφει ο Οδυσσέας το θέαμα,

Είδα και τον Σίσυφο. Υπέφερε από δυνατούς πόνους, και αγκαλιάζοντας και με τα δύο του μπράτσα την τεράστια πέτρα, πασχίζοντας με χέρια και με πόδια, προσπαθούσε να σπρώξει το βράχο πάνω, στην κορυφή του λόφου, αλλά όταν έφτασε στην κορυφή, το βάρος της ξαναγύριζε την πέτρα πίσω κι εκείνη δίχως οίκτο κύλησε πάλι κάτω. Τότε ο Σίσυφος προσπάθησε για άλλη μια φορά να τη σπρώξει προς τα πάνω, με αφάνταστο κόπο, και ο ιδρώτας έτρεχε σε όλο του το κορμί, κι ένα σύννεφο σκόνης σηκώθηκε μέχρι πάνω από το κεφάλι του.
(Όμηρος, Οδύσσεια, στ. 593-600)

Ο Όμηρος δεν αποκαλύπτει ποιο ήταν το παράπτωμα του Σισύφου, και στις αρχαίες πηγές βρίσκουμε διαφορετικές εκδοχές. Ωστόσο, για όλους τους αρχαίους, ο Σίσυφος ήταν αξιολύπητος. Για τον Καμύ, είναι αξιοθαύμαστος. Ο Σίσυφος, αντί να ενσαρκώνει τη μοίρα που περιμένει εκείνα τα λίγα ανθρώπινα όντα που τολμούν να αψηφούν τους θεούς, συμβολίζει τη μοίρα όλων των ανθρώπων που βρίσκονται καταδικασμένοι να ζουν σ’ ένα κόσμο χωρίς θεούς. Είναι αξιοθαύμαστος γιατί δείχνει τον παραλογισμό της ανθρώπινης ύπαρξης, που είναι περισσότερο άσκοπη παρά άδικη.

Αντί να τα παρατήσει και να αυτοκτονήσει, εξακολουθεί να μοχθεί, μολονότι έχει πλήρη επίγνωση πως η κάθε προσπάθειά του θα αποβεί μάταια. Ο δικός του ηρωισμός είναι ο μόνος που επιτρέπει ένας κόσμος δίχως νόημα, χωρίς θεούς δηλαδή. Ο Καμύ χρησιμοποιεί το μύθο του Σισύφου για να δραματοποιήσει την ανθρώπινη κατάσταση

Ο Καμύ […] αντιμετωπίζει το μύθο ως κείμενο αυτόνομο, αποκομμένο από κάθε εφαρμοζόμενη, θεσμοθετημένη θρησκεία. […] Ο μύθος είναι ένα φιλοσοφικό παραμύθι γιατί στο κάτω κάτω, ο μύθος γι’ αυτόν είναι φιλοσοφία.

Robert A. Segal, Μύθος

(Ελληνικά Γράμματα, 2007, σελ. 54-56)

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Karl Jaspers: Προϋποθέσεις για μια φιλοσοφική κατανόηση του Nietzsche (1)

Friedrich Wilhelm Nietzsche

Φαίνεται εύκολο σε πολλούς να διαβάζουν τον Nietzsche˙ όπου κι αν ανοίξει κανείς τα έργα του, μπορεί χωρίς καμιάν άλλη προϋπόθεση να τον καταλάβη˙ σχεδόν σε κάθε σελίδα προξενεί το ενδιαφέρον˙ oι κρίσεις του μαγεύουν, η γλώσσα του μας μεθάει˙ και το προχειρότερο διάβασμα ικανοποιεί. Κι όμως γεννιούνται ανωμαλίες, όταν, με την πρόθεση ν’ αντλήση κανείς τέτοιες εντυπώσεις, ζητήσει να προχωρήσει πολύ στο διάβασμα˙ o ενθουσιασμός για τον άμεσα μεταδιδόμενο Nietzsche μεταστρέφεται σε μιαν αντιπάθεια προς μια φαινομενικά ασύνδετη πολλαπλότητα˙ καταντάει ανυπόφορο να διαβάζει κανείς πάντα και κάτι διαφορετικό. Έτσι όμως ούτε η αληθινή κατανόηση επιτυγχάνεται, ούτε τις σωστές δυσκολίες αντιμετωπίζει κανείς.

Στην παρανόηση του Nietzsche οδήγησε το ότι η ιδέα του υπερανθρώπου έδωσε αφορμή σε μια ψευτοφιλολογική λατρεία της μεγαλοφυΐας, […] Έτσι δεν μπορούσε ποτέ ν’ ανακαλυφθή η αληθινή ουσία του Nietzsche. […]

Κάθε σημαντικός φιλόσοφος απαιτεί μια μελέτη, που να του ταιριάζει και που αυτή μόνη, σαν μια πράξη ιδιότυπη και προσδιορισμένη στην ιδιοτυπία της απ’ αυτόν μονάχα, συνιστά την ουσία της αληθινής κατανοήσεως. Όσα γράφονται για ένα φιλόσοφο έχουν ως μόνο σκοπό να διευκολύνουν αυτήν την πράξη˙ πρέπει να οδηγούν τον αναγνώστη—μακριά από κάθε επιπόλαια επαφή, μακριά από κάθε αυθαίρετο ξεχώρισμα φράσεων, που θάταν μια παρανόηση, μακριά από την παθητική απόλαυση στο άκουσμα λέξεων ωραίων—σε μιαν αληθινή εμβάθυνση. […] Χρειάζονται συγγράμματα για να βοηθήσουν τον αναγνώστη του Nietzsche στην ορθή ανάγνωση.

Το έργο

Η μορφή του έργου.

Πραγματείες, ένα πλήθος αποσπασμάτων, επιστολές και ποιήματα —άλλα απ’ αυτά σε αρτιωμένες λογοτεχνικές μορφές κι άλλα ως ένα κολοσσιαίο κατάλοιπο, που στοιβάχθηκε μέσα σε δυο δεκαετίες—, αυτή είναι η μορφή, υπό την οποία μας είναι προσιτή του Nietzsche η σκέψη.

Η σκέψη του δεν είναι ούτε αφοριστική, όπως η σκέψη των φημισμένων αφοριστικών ομιλητών, που στη χορεία τους ο ίδιος ο Nietzsche κάποτε, για λίγο πάντως, θέλησε ν’ ανήκει, ούτε όμως και συστηματική στο είδος των φιλοσοφικών συστημάτων, που σχεδιάζονται και εκτελούνται ως συστήματα.

Από τους αφοριστικούς τύπους τον ξεχωρίζει το ότι υπάρχει ως όλον: ως μια φιλοσοφική ζωή, που επικοινωνεί μαζί μας με σκέψεις και που είναι προικισμένη με την δραστήρια αφοσίωση σε μιαν αποστολή˙ τον ξεχωρίζει λοιπόν το ότι οι σκέψεις του, σαν παραγωγικές δυνάμεις, έχουν οι ίδιες ζωή.

Από τους συστηματικούς τύπους τον ξεχωρίζει το ότι δεν κατόρθωσε να οικοδομήσει ένα λογικό σύνολο σκέψεων: τα συστηματικά σχέδια των έργων του εμφανίζονται είτε σαν μια βάση για την κατάταξη των σκέψεών του, μια βάση, που θάταν πάντα δυνατό να είναι κι αλλιώτικη, είτε σαν ένα αποκρυστάλλωμα σκοπών, που είναι βαλμένοι να υπηρετήσουν μια μεμονωμένη ερευνητική αρχή ή και μια βλέψη προς κάποια επίδραση εξωτερική.

Ο Nietzsche δεν αισθάνεται την ανάγκη ν’ αποκτήσει συνείδηση των μεθόδων του και της ποικιλίας αυτών των μεθόδων ως του φορέως της σκέψεώς του˙ του λείπει η μεθοδική συνείδηση. Έτσι δεν κατορθώνει ν’ αποκτήσει ένα κέντρο αποκρυσταλλώσεως, όπως είναι εκείνα, γύρω από τα οποία χαράζει τους κύκλους του το όλον σαν μια διανοητικά δουλεμένη συνείδηση ζωής και βουλήσεως.

Με μια παρομοίωση μπορούμε να δείξουμε πώς μοιάζει το έργο του Nietzsche: θάλεγε κανείς πως κάποιο στρώμα λατομείου έχει ανατιναχθή. Οι λίθοι έχουν ήδη λίγο ή πολύ λαξευθή, υποδηλούν το όλον, για την κατασκευή του οποίου λαξεύθηκαν, φαίνεται μάλιστα σα ν’ απαρτίζουν κι όλας το όλον, κι όμως η οικοδομή δεν έχει ακόμα στηθή. Το ότι το έργο βρίσκεται ακόμα χάμω σαν άμορφος σωρός, αυτό δεν εμποδίζει εκείνον, που έφθασε να συλλάβει την οικοδομική δυνατότητα αυτού του άμορφου σωρού, να επικοινωνήσει με το πνεύμα του έργου˙ στα μάτια του συναρμολογούνται σε κάποιο σύνολο τα σκόρπια αυτά κομμάτια. Δεν συναρμολογούνται όμως με το ίδιο νόημα: άλλα κομμάτια βρίσκονται μπροστά μας σε αναρίθμητες επαναλήψεις, που δείχνουν μόνο ελάχιστες μεταξύ τους διαφορές, άλλα πάλι προβάλλουν σαν μοναδικές πολύτιμες μορφές, που φαίνονται προορισμένες να χρησιμεύσουν κάπου για ακρογωνιαίος λίθος ή για τόξο ενός θόλου.

Και δεν γίνονται όλα αυτά νοητά παρά μόνον όταν οδηγηθή κανείς στην προσεκτική παραβολή τους προς την ιδέα του οικοδομικού όλου. Αλλά κι αυτή πάλι δεν είναι κάτι το ενιαίο: φαίνεται πως διάφορες οικοδομικές δυνατότητες διασταυρώνονται μεταξύ τους˙ συχνά αμφιβάλλει κανείς, αν ένα κομμάτι είναι στη μορφή του λαθεμμένο ή αν υπακούει σε μιαν άλλη αρχιτεκτονική αρχή.

Ο σκοπός είναι ν’ αναζητήσει κανείς ανάμεσα στα σκόρπια κομμάτια την «κεκρυμμένη» οικοδομή, έστω κι αν δεν πρόκειται να αποκαλυφθή στα μάτια κανενός, κι όταν ακόμα τελειωθή, σαν μια ενιαία και μονοσήμαντη οικοδομή. Στην αναζήτηση αυτή θα επιτύχουμε μονον, αν πούμε, ότι είμαστε εμείς οι ταγμένοι ν’ ανεγείρουμε την οικοδομή, που για τον Nietzsche, όταν δοκίμασε να την στήσει, έμεινε σε σκόρπια συντρίμμια. Δεν πρέπει προ παντός να μας παρασύρει ο αναρίθμητος σωρός τους, δεν πρέπει να μας θαμπώσει η λάμψη του ασύλληπτου υλικού μεμονωμένων κομματιών κι ακολουθώντας την ιδιαίτερη μας κλίση και τη σύμπτωση να ξεχωρίσουμε ό,τι μας αρέσει ή ότι είναι πιο πρόχειρο˙ πρέπει να καταλάβουμε τον Nietzsche μέσω του ίδιου του Nietzsche ως όλου και μάλιστα έτσι ώστε κάθε του λέξη να την παίρνουμε στα σοβαρά, χωρίς όμως πάλι να αφήνουμε ορισμένες λέξεις, απομονώνοντάς τες, να στενέψουν το βλέμμα μας. Πάντως θάταν παραβιασμός του Nietzsche, αν ζητούσαμε να υποβάλουμε μέσα του ένα όλον ανάλογο με μιαν αναστήλωση αρχαιολογική. Η κρυμμένη οικοδομή θ’ αποκαλυφθή μόνον, αν κοντά στην πείρα των συστηματικών δυνατοτήτων αποκτήσουμε και την πείρα του σωριάσματος. Μόνον έτσι θα νοιώσει κανείς τη μεγάλη ώθηση, που έδωσε ο Nietzsche σ’ εμάς τους επιγενόμενους, μιαν ώθηση, που μας έδωσε ακριβώς, μη δείχνοντάς μας καμιά στέγη για να προστατευθούμε, αλλά ξυπνώντας μέσα μας την ανάγκη να πορευθούμε απλώς, δηλαδή να λάβουμε μέρος στην ανάταση του ανθρώπινου, που αυτός κατέστησε δυνατή. Κανένας δεν θα ιδή στον Nietzsche το Μοναδικό, που συνιστά την ύπαρξή του, αν δεν το ζήσει, αν δεν το «πράξει» ο ίδιος.

ΕΠΟΠΤΕΙΑ τεύχος δεύτερο, Μάιος 1976


Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Μαθήματα θατσερισμού (2)


Μέχρι σήμερα, ο θατσερισμός χρησιμοποιείται σε ολόκληρο τον κόσμο για να περιγράψει μια κοφτή προσέγγιση πολιτικής ανασκούμπωσης χωρίς συναισθηματισμούς. Μπορεί να υποδεικνύει πολιτική ισχυρογνωμοσύνη και έχει γίνει και συνώνυμο περικοπών. […]

Η Θάτσερ έχτισε όνομα, πολιτική σταδιοδρομία και φυσικά την υστεροφημία της στις σκληρές της μεθόδους εργασίας. […] Όμως το προσωπικό της στιλ, στον τρόπο που αντιμετώπιζε αξιωματούχους, και μέλη του υπουργικού συμβουλίου ήταν απόλυτο, αυταρχικό και σίγουρα αντιπαραγωγικό. Ήταν πολύ απρόθυμη στο να χάνει σε μια αντιλογία όποιο κόστος κι αν είχε αυτό σε πληγωμένους εγωισμούς […]

Η ταινία «Η Σιδηρά Κυρία»  (The Iron Lady) παρουσιάζει τη Θάτσερ, στο λυκόφως της ζωής της, να αναπολεί την πολιτική της σταδιοδρομία και να θυμάται τα γεγονότα που τη στιγμάτισαν και τη διαμόρφωσαν. Τα αποσπάσματα που ακολουθούν μας δείχνουν τον τρόπο που αντιμετώπιζε τους συνεργάτες της που διαφωνούσαν μαζί της καθώς και τις θέσεις της για:

Την λιτότητα:

Θάτσερ: Λοιπόν;

Υπουργοί: … οι άνθρωποι δεν μπορούν να πληρώσουν τις υποθήκες τους. Η μαζική βιομηχανία έχει σχεδόν γονατίσει. Τίμιοι, εργατικοί, αξιοπρεπείς άνθρωποι χάνουν τα σπίτια τους. Είναι ντροπή. Το θέμα είναι κα πρωθυπουργέ, ότι θα πρέπει να μετριάσουμε το ρυθμόαν θέλουμε να έχουμε κάποια ελπίδα να κερδίσουμε τις εκλογές.

Θάτσερ: Πολύ σωστά. Ανησυχούμε για τις καριέρες μας, έτσι; Κύριοι, αν δεν περικόψουμε τις δαπάνες θα χρεοκοπήσουμε. Ναι το φάρμακο είναι ανάλγητο … αλλά ο ασθενής το χρειάζεται ώστε να μπορέσει να ζήσει. Να αρνηθούμε το φάρμακο; Όχι! Δεν κάνουμε λάθος. Δεν επιδιώξαμε την εκλογή και τη νίκη για να διαχειριστούμε … τη παρακμή ενός μεγάλου έθνους. Ο λαός αυτής της χώρας μας επέλεξε … γιατί πιστεύει ότι μπορούμε να αποκαταστήσουμε την υγεία … της βρετανικής οικονομίας και αυτό ακριβώς θα κάνουμε! Τίποτα άλλο;

Σύμβουλος (ενώ οι υπουργοί αποχωρούν): Δεν μπορείς να τερματίσεις μια συζήτηση … επειδή δεν σε βολεύει αυτό που θα ακούσεις.

Θάτσερ: Δεν περιμένω όλοι να συμφωνούν μαζί μου. Αλλά τι ηγέτης είμαι αν δεν προσπαθήσω να το κάνω με τον τρόπο μου … να κάνω αυτό που ξέρω ότι είναι σωστό.

Σύμβουλος: Αλλά Μάργκαρετ πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, όταν δοκιμάζουμε τόσο πολύ την πίστη των συναδέλφων μας.



Τον κεφαλικό φόρο:

Υπουργός: Το θέμα είναι, κα Πρωθυπουργέ, … ότι δεν νομίζω πως μπορούμε να περάσουμε την ιδέα ενός φόρου, όπου όλοι θα πληρώσουν το ίδιο.

Θάτσερ: Η πολιτική μας μπορεί να μην είναι δημοφιλής, αλλά είναι σωστή πολιτική.

Υπουργός: Πρωθυπουργέ, απλώς δεν νομίζω ότιμπορούμε να ζητήσουμε από τους φτωχότερους των φτωχών να πληρώσουν τον ίδιο φόρο με τους πολυεκατομμυριούχους.

Θάτσερ: Πάλι τα ίδια! Γιατί όχι;

Υπουργός: Επειδή … Επειδή ο κόσμος στο σύνολο του, πιστεύει ότι ο φόρος είναι κατάφωρη αδικία.

Θάτσερ: Ανοησίες. Πωρωμένες ανοησίες. Αυτή είναι μια απλή πρόταση. Για να ζήσει σ’ αυτή τη χώρα, … πρέπει να πληρώσει για το προνόμιο. Κάτι, οτιδήποτε! Αν δεν πληρώνεις τίποτα, δεν νοιάζεσαι για τίποτα. Τι σε νοιάζει που ρίχνεις τα σκουπίδια σου; Το κοινοβούλιό σου είναι χάλια, η πόλη σου γκράφιτι, τι σε νοιάζει; Δεν είναι δικό σου πρόβλημα, είναι κάποιου άλλου πρόβλημα. Είναι πρόβλημα της κυβέρνησης! Το πρόβλημά σας …

Μερικοί από εσάς … είναι ότι δεν έχετε το θάρρος για αυτό τον αγώνα. Δεν χρειάστηκε ποτέ να αγωνιστείτε σκληρά, για τίποτα. Σας δόθηκαν τα πάντα, και αισθάνεστε ένοχοι γι’ αυτό!

Λοιπόν, θα ήθελα να πω, εξ’ ονόματος όλων εκείνωνπου αγωνίστηκαν για να φτάσουν ψηλά, και οι οποίοι δεν αισθάνονται ένοχοι γι’ αυτόότι δυσανασχετούμε για εκείνους τους τεμπέληδεςπου όλο παίρνουν, παίρνουν, παίρνουνκαι δεν συμβάλουν τίποτα για την κοινότητα!   


Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Μαθήματα θατσερισμού (1)


Το µυστικό της επιτυχίας της Θάτσερ υπήρξε απελπιστικώς απλό. […] η έκρηξη παραγωγικότητος, που θεµελιώνει το «θατσερικό θαύµα» δεν οφείλεται ούτε σε απόλυτη αύξηση των επενδύσεων (που δεν ήταν ιδιαίτερα µεγάλη) ούτε σε αύξηση δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη (οι οποίες µειώθηκαν ως ποσοστό του ΑΕΠ), αλλά σε µέτρα καθαρώς οικονοµικής πολιτικής, χωρίς κανένα οικονοµικό κόστος, όπως υπήρξε η κατάργηση γραφειοκρατικών αντικινήτρων, η φορολογική µεταρρύθµιση επί το απλούστερον, η απελευθέρωση της αγοράς χρήµατος και η κατάργηση όλων σχεδόν των ρυθµιστικών παρεµβάσεων στην οικονοµία.

Ο θατσερισµός δεν απαιτεί δαπάνη κρατικού χρήµατος. Μόνον κότσια Η επιτυχία του θατσερισµού εκδηλώθηκε στο µικροοικονοµικό επίπεδο και στηρίχθηκε στην αποκατάσταση του διευθυντικού δικαιώµατος, στην αξιοποίηση του αργούντος δυναµικού και κυρίως στην τιθάσσευση των συνδικάτων, µε αποτέλεσµα να εκτιναχθεί σε πρωτοφανή ύψη η παραγωγικότητα σε εκείνες ακριβώς τις επιχειρήσεις όπου η λαβή των συνδικάτων ήταν ασφυκτική και επέβαλε την απασχόληση στρατιών, ενίοτε λίαν ακριβοπληρωµένων, παρασίτων […]

Οι αξίες της Θάτσερ, µείγµα ατοµικισµού, επιχειρηµατικότητας, αυτεπάρκειας, σωφροσύνης και παραδοσιακής ηθικής, δεν υιοθετήθηκαν ποτέ καθ’ εαυτές από την πλειοψηφία των Βρετανών, απλώς η επιτυχία τους στην πράξη εξασφάλισε τον εκλογικό θρίαµβο των Συντηρητικών, µε αρχηγό την Θάτσερ σε τρεις διαδοχικές εκλογικές αναµετρήσεις. […]


(ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΥΡΩΕΚΔΟΤΙΚΉ, 1992, σελ. 241)

*


Η ταινία «Η Σιδηρά Κυρία»  (The Iron Lady) παρουσιάζει τη Θάτσερ στο λυκόφως της ζωής της να αναπολεί την πολιτική της σταδιοδρομία και να θυμάται τα γεγονότα που τη στιγμάτισαν και τη διαμόρφωσαν. Τα αποσπάσματα που ακολουθούν αναδεικνύουν τις θέσεις της για:

Την μείωση της ανεργίας με έμφαση στην ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων:

«Είστε η ραχοκοκαλιά του έθνους μας! … Πιστεύω με πάθος ότι η ανάπτυξη των μικρών επιχειρήσεων σε μεγαλύτερεςείναι ζωτικής σημασίας για το μέλλον της ΒρετανίαςΑυτός είναι ο μόνος τρόπος να δημιουργήσουμε θέσεις εργασίας, πραγματικές δουλειές, σταθερές δουλειές».


 Τον συνδικαλισμό και την σύγκρουσή της με τους ανθρακωρύχους:

«Το Συνδικαλιστικό Κίνημα, ιδρύθηκε για την προστασία των εργαζομένων. Τώρα τους καταδιώκει. Τους σταματά από τις δουλειές. Σκοτώνει τις δουλειές, και γονατίζει τη χώρα. … Λέω αρκετά! Ήρθε η ώρα να σηκωθούμε. Ήρθε η ώρα να πάμε για δουλειά. Ήρθε η ώρα να επαναφέρουμε το κύρος στη Μεγάλη Βρετανία!»

«Πρέπει να διακοπεί η λειτουργία των αντιοικονομικών ανθρακωρυχείωνεπιδιώκουμε μόνο μια αποτελεσματική βιομηχανία. … Ποτέ δεν θα διστάσουμε, ούτε για ένα δευτερόλεπτο, στην αποφασιστικότητα μας να δούμε … αυτή τη χώρα να ευημερεί για μια ακόμη φορά». 



Τον πόλεμο των Φώκλαντ:

Υπ. Εξωτερικών ΗΠΑ: Ώστε προτείνεται να πάτε σε πόλεμο, σ’ εκείνα τα νησιά. Είναι χιλιάδες μίλια μακριά, μια χούφτα πολιτών, … πολιτικά και οικονομικά ασήμαντοι, αν μου επιτρέπετε.

Θάτσερ: Ακριβώς όπως η Χαβάη, φαντάζομαι.

Υπ. Εξωτερικών ΗΠΑ: Συγνώμη;

Θάτσερ: Το 1941, όταν η Ιαπωνία επιτέθηκε στο Περλ Χάρμπορ … μήπως η Αμερική πήγε με κατεβασμένα τα φτερά … να ζητήσει απ’ τον Τούτζο ειρηνική διαπραγμάτευση των όρων; Γύρισε την πλάτη στους πολίτες της εκεί … επειδή τα νησιά ήταν χιλιάδες μίλια, από την ηπειρωτική χώρα των ΗΠΑ;

Όχι, όχι, όχι! Θα σταθούμε στις αρχές μας, ή δεν θα σταθούμε καθόλου.



Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Το Μανιφέστο του Συντηρητισμού


Η Σιδηρά Κυρία (The Iron Lady) είναι βρετανική βιογραφική ταινία, παραγωγής 2011, σε σκηνοθεσία της Φιλίντα Λόιντ.

Η ταινία εστιάζεται στην ανθρώπινη πλευρά της ηρωίδας της. Η ηλικιωμένη πλέον και χτυπημένη από Αλτσχάιμερ Μάργκαρετ Θάτσερ, την οποία υποδύεται η Μέριλ Στριπ, αναπολεί την πολιτική της σταδιοδρομία και θυμάται τα γεγονότα που τη στιγμάτισαν και τη διαμόρφωσαν καθώς και την επίδραση που είχε η καριέρα της στην προσωπική της ζωή.

Στο απόσπασμα που ακολουθεί, αναπολεί την ομιλία ενός ηγετικού στελέχους των συντηρητικών που διαμόρφωσε το ιδεολογικό της πιστεύω:

Εμείς σ’ αυτό το νησί είμαστε δυνατοί. Είμαστε αυτοδύναμοι. Ο Ναπολέων μας ονόμασε έθνος καταστηματαρχών. Το εννοούσε ως προσβολή, αλλά για μένα είναι φιλοφρόνηση. Γι’ αυτό δεν μπόρεσε να μας νικήσει και γι’ αυτό κι ο Χίτλερ, δεν μπόρεσε να μας νικήσει.

Εμείς οι συντηρητικοί πιστεύουμε ότι πρέπει να δίνουμε στον κόσμοτην ελευθερία ναεκπληρώσουν το δυναμικό τους, ιδιαίτερα οι νέοι.

Δεν είναι καλό να υποκρινόμαστε ότι είμαστε όλοι ίσοι … δεν είμαστε όλοι το ίδιο, ποτέ δεν ήμασταν και ποτέ δεν θα γίνουμε.

Πρέπει να ενθαρρύνουμε τα παιδιά μαςνα φιλοδοξούν να πετύχουν περισσότερα από ότι εμείς … γιατί τα παιδιά μας σήμερα θα είναι οι ηγέτες του αύριο.


Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

«Τη Θάτσερ ή τη λάτρευες ή τη μισούσες»


«Η αδιαφορία δεν αποτελούσε επιλογή όταν επρόκειτο για την Μάργκαρετ Θάτσερ», υποστηρίζει σε άρθρο του στον Independent ο Αντρέας Γουίταμ Σμιθ, κορυφαίος οικονομικός συντάκτης και ένας εκ των ιδρυτών της βρετανικής εφημερίδας.

Η Θάτσερ υπήρξε η μακροβιότερη πρωθυπουργός από την εποχή που στον θρόνο βρισκόταν η βασίλισσα Βικτορία και απεβίωσε μετά από εγκεφαλικό σε ηλικία 87 ετών. «Αν και ηρωίδα για πολλούς, αποτελούσε ταυτόχρονα και μισητή φιγούρα για άλλους. Με την Θάτσερ, αδύνατον να αδιαφορήσει κανείς. […]

Μέχρι σήμερα, ο θατσερισμός χρησιμοποιείται σε ολόκληρο τον κόσμο για να περιγράψει μια κοφτή προσέγγιση πολιτικής ανασκούμπωσης χωρίς συναισθηματισμούς. Μπορεί να υποδεικνύει πολιτική ισχυρογνωμοσύνη και έχει γίνει και συνώνυμο περικοπών.», τονίζει ο Σμιθ.

Όπως τονίζει ο βρετανός αρθρογράφος οι γραμμές μάχης της Θάτσερ παραμένουν ως σήμερα. «Τα πολιτικά κόμματα συνεχίζουν να προελαύνουν και να υποχωρούν κατά μήκος των ίδιων γραμμών μάχης  που έθεσε πρώτη η Θάτσερ - ελεύθερες επιχειρήσεις έναντι κρατικής ιδιοκτησίας, αυτοβοήθειας έναντι εξάρτησης από την κυβέρνηση, περαιτέρω 'περικοπές'  στα εργατικά σωματεία έναντι της διατήρησης των προνομίων τους και δράσης στην παγκόσμια πολιτική σκηνή σαν να ήμαστε ακόμη μια μεγάλη δύναμη αντί να επικεντρωνόμαστε στη βοήθεια προς φτωχές χώρες

Η Θάτσερ έχτισε όνομα, πολιτική σταδιοδρομία και φυσικά την υστεροφημία της στις σκληρές της μεθόδους εργασίας. «Από την φύση της μπορούσε να δίνει λύσεις σε προβλήματα, ήταν μεθοδική. Διάβαζε και έγραφε σημειώσεις για κάθε έγγραφο που έπεφτε στο γραφείο της ή άφηνε κάποιος στο κουτί της για να διαβαστεί. Τίποτε δεν χανόταν. Αυτό ήταν θαυμαστό. Όμως το προσωπικό της στιλ, στον τρόπο που αντιμετώπιζε αξιωματούχους, υφυπουργούς και αργότερα μέλη του υπουργικού συμβουλίου ήταν απόλυτο, αυταρχικό και σίγουρα αντιπαραγωγικό.

Ήταν πολύ απρόθυμη στο να χάνει σε μια αντιλογία.  Ένας από τους βιογράφους της, ο Τζον Κάμπελ έγραψε ότι 'ήταν πάντοτε αποφασισμένη να κερδίζει σε λεκτικές διαμάχες, όποιο κόστος κι αν είχε αυτό σε πληγωμένους εγωισμούς. […]

Παρόλα αυτά, η ανυποχώρητη στάση της Θάτσερ είχε και την καλή της πλευρά, καθώς την βοήθησαν να κάνει ό,τι ήταν δυνατόν για να κερδίσει τον πόλεμο των Φόκλαντς, το 1982.

Το εσωτερικό αντίστοιχο αυτού που πολέμου όμως δεν άφησε τους συμπολίτες της τόσο γοητευμένους από τις ηγετικέ στης ικανότητες. Η «νίκη» της επί της απεργίας των μεταλλωρύχων το1984, «άφησε μια ουλή στην ψυχή του έθνους. Το δηλητήριο εκείνης της εποχής συνεχίζει να κυκλοφορεί στο σώμα της βρετανικής πολιτικής.», γράφει ο Σμιθ.

Ένας από τους παράγοντες που 'έδειξαν στην Θάτσερ την πόρτα της βρετανικής πολιτικής σκηνής ήταν και η αδιάλλακτη στάση της στην ευρωπαϊκή ενοποίηση.  «Αυτό την έκανε μειονότητα στο ίδιο της το κόμμα. Απέρριπτε την ιδέα των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης ως φαντασιοπληξία. Πίστευε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έπρεπε να είναι απλώς μια ζώνη ελεύθερου εμπορίου με περιορισμένη συνεργασία μεταξύ κυρίαρχων κρατών. […]

«Όμως υπό το φως της αέναης κρίσης στην οποία έχουν βρεθεί  τα μέλη της ευρωζώνης μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007 ως αποτέλεσμα κακώς υπολογισμένης ενοποίησης, η επικρίσεις εναντίον των απόψεών της μοιάζουν λάθος. Τουλάχιστον από αυτή την άποψη, η Θάτσερ υπήρξε Κασσάνδρα στη χώρα της.», καταλήγει.

Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ