Σάββατο 20 Ιουλίου 2013

Το Χάος του Ησιόδου

Στην αρχή λοιπόν, μας λέει ο Ησίοδος, υπήρξε το Χάος και μετά η Γη και τα Τάρταρα. Πιο πίσω ήταν ο πρώτος και ο πιο ωραίος θεός, ο Έρως.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη το ησιόδειο χάος δε σημαίνει κάτι άλλο, παρά μόνο κε­νός χώρος. «Φαίνεται», σημείωνε ο Αριστοτέλης, «ότι σωστά τα λέει ο Ησίοδος πως πρώτα φτιάχτηκε το χάος· γιατί πρώτα πρέπει να υπάρξει τόπος που να χωρέσει τα όντα, σύμφωνα και με την κοινή αντίληψη ότι δηλαδή το καθετί βρίσκεται κάπου και πιάνει ένα χώρο».

Πράγματι, όπως παρατηρεί κι ο Werner Jamer στο βιβλίο του Η θεολογία των πρώιμων Ελλήνων φιλοσόφων, η λέξη χάος προ­έρχεται ετυμολογικά από το ρήμα «χάσκω», που αντιστοιχεί στο αγγλοσαξονικό «gap». Υπάρχει μάλιστα μια αναλογία ανάμεσα στην αφήγηση του Ησιόδου και στις μυθολογίες των βόρειων λα­ών, οι οποίοι τοποθετούν στην αρχή την οντότητα Γκίγκουν γκαπ, την άβυσσο δηλαδή που υπήρχε πριν τη γέννηση του κόσμου.

Είναι λοιπόν μια παγίδα να αποδώσουμε στο χάος του Ησιόδου τη μεταγενέστερη έννοιά του: την απουσία δηλαδή της τάξης και τη σύγχυση. […] Ο Ησίοδος, ως γνήσιος Έλληνας αναζητά και βρίσκει το «πρεσβύτατο» στον κενό χώρο, στο χάος.

Το ησιόδειο χάος δεν είναι παρά μια από τις πολλές μορφές που οι Έλλη­νες έδωσαν στο πρωταρχικό στοιχείο. Για τον Όμηρο αυτό είναι ο Ωκεανός, ο άπειρος Πόντος. Ο Θαλής διαλέγει το υγρό στοιχείο. Ο Αναξίμανδρος υψώνει το άπειρο σε αξίωμα πρώτης αρχής. Κι ακολουθούν ο αήρ του Αναξιμένη, το πυρ του Ηράκλειτου, οι αριθ­μοί του Πυθαγόρα, τα άτομα του Λεύκιππου και του Δημόκριτου, το «παράδειγμα» του Πλάτωνα, ο «νους» του Αναξαγόρα.

Υπάρχουν βέβαια και οι συνδυαστικοί, όπως οι Ελεάτες και ο Εμπεδοκλής και ο κατ’ εξοχήν παγκόσμιος Αριστοτέλης. Ηρωι­κά μάχεται σύσσωμη η ελληνική σκέψη να βάλει λογική τάξη στο Σύμπαν που μέχρι τότε πλέει σ’ ένα πέλαγος μυθολογικών, ζωομορφικών και δεισιδαιμονικών παραστάσεων. Και το θαύμα γίνε­ται. Στις ακτές της Ιωνίας, […]

Βασίλης Γκέκας, Κοσμική Τάξη και Χάος

(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΑΧΥ, 1995, σελ. 97-98)


Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Κων/νος Καραμανλής: η πολιτική ιδιοσυγκρασία των Ελλήνων

Κάποτε ένας Γάλλος ιστορικός με ρώτησε: «πως μπορείτε να αποδείξετε ότι οι σύγχρονοι Έλληνες είναι απόγονοι των αρχαίων;» «Πάρτε σαν παράδειγμα», του είπα, «την πολιτική μας ζωή. Τα πάθη τα πολιτικά, την αστάθεια, τη δημαγωγία…»

v   

Ο Α. Μαλρώ […] είχε αναλάβει να οργανώσει το πρόγραμμα «Ήχος και Φως» στην Ακρόπολη, όταν ήμουν πρωθυπουργός. Την επομένη της πρώτης παράστασης τα σχόλια του Τύπου ήσαν μάλλον δυσμενή. Ενθυμούμε ότι την ημέρα εκείνη την συνήντησα σε κάποια παραλία, όπου γευμάτιζε με τον Κ. Τσάτσο, τότε υπουργό Προεδρίας. Μου φάνηκε στεναχωρημένος και ρώτησα γιατί. Οπότε ο Κ. Τσάτσος μου απεκάλυψε ότι αιτία ήταν τα σχόλια του Τύπου. «Έπρεπε να γνωρίζετε», του είπα, «ότι οι Έλληνες κατεδίκασαν τους δύο ανθρώπους που έκτισαν τον Παρθενώνα, τον Περικλή και τον Φειδία». «Δεν ξέρετε πόσο με ανακουφίζετε, Κύριε Πρόεδρε», μου αποκρίθηκε γελώντας ο Μαρλώ. Αργότερα, στα χρόνια της εξορίας, μου υπενθύμισε αυτή τη συνομιλία που είχαμε στην Αθήνα και μου είπε: «Εκείνη την ημέρα με βοηθήσατε να καταλάβω την πολιτική ιδιοσυγκρασία των Ελλήνων».

v   

[…] Η πολιτική, όπως γνωρίζεται, είναι κατ’ εξοχήν συλλογική προσπάθεια. Οι Έλληνες όμως, ενώ σαν άτομα είναι ικανοί να κάνουν θαύματα, αποτυγχάνουν συνήθως σε προσπάθειες συλλογικές. Και αυτό εξηγεί, κατά έναν τρόπο, την πολιτική κακοδαιμονία του τόπου μας. Η αδυναμία αυτή χαρακτηρίζει την εθνική μας ζωή από την εποχή της αρχαιότητας. Οι Έλληνες απέδιδαν ως γνωστό μεγαλύτερη σημασία στο άτομο παρά στον πολίτη. Στη Ρώμη συνέβαινε το αντίθετο. Η Ρώμη διαμόρφωνε πολίτες· γι’ αυτό και κυριάρχησε στον κόσμο. Η Αθήνα γεννούσε φιλοσόφους και καλλιτέχνες γι’ αυτό και δεν απέκτησε ποτέ σταθερούς πολιτικούς θεσμούς. Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι εμείς επινοήσαμε τη Δημοκρατία· αναθέσαμε όμως σε άλλους την εφαρμογή της. […] 

Ροζέ Μασσίπ: «Καραμανλής, ο Έλληνας που ξεχώρισε»

v   

[…] ο Ελληνισμός έζησε πάντα μέσα στο πρόσκαιρο και το υπερβολικό. Μπορεί να κάμη θαύματα για μια στιγμή, μα δε μπορεί να κάμη καμμιά προσπάθεια διαρκείας· αλλά η πολιτική είναι κατ’ εξοχήν προσπάθεια διαρκείας.

12.7.45, Επιστολή σε φίλο του

v   

[…] Δυστυχώς οι Έλληνες είμεθα επιρρεπείς εις την κατάχρησιν της ελευθερίας. Θα έλεγα λόγω της ιδιοσυγκρασίας, θα έλεγα λόγω κλίματος, ή δι’ έλλειψιν αγωγής πολιτικής. […] Συγχέομεν την Δημοκρατίαν με την αναρχίαν και την ελευθερίαν με την ασυδοσίαν. Αλλά, όπως λέγει ο Αριστοτέλης: «Ελεύθερος ουκ έστι το ότι αν βούλεται τις ποιείν». Δηλαδή δεν ημπορούμεν να θεωρούμεν ότι ελευθερία σημαίνει να κάνη ο καθένας ότι φρονεί.

12.6.76, Βουλή

v   

Οι Έλληνες δεν έχουν δημοκρατική νοοτροπία. Τους χρειάζεται ένας πολύ ικανός ηγέτης.

Συνέντευξη στον Αμερικανό δημοσιογράφο C. Sulzberger

v   

Είναι […] ανάγκη, για να σταθεροποιηθεί η Δημοκρατία και να προοδεύσει ο τόπος μας, να απαλλαγούμε όλοι από τον πειρασμό του ψεύδους και της υποκρισίας, που νοθεύουν και δηλητηριάζουν την πολιτική μας ζωή. Είναι καιρός να πραγματοποιήσουμε την αληθινή αλλαγή, για την οποία όλοι μιλούν, χωρίς ωστόσο να την έχουν συνειδητοποιήσει. Γιατί αλλαγή δεν σημαίνει απλή αλλαγή κυβερνήσεων. Σημαίνει αλλαγή του πολιτικού κλίματος του τόπου μας και προπαντός της πολιτικής μας νοοτροπίας.

5.5.79, Ομιλία στο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας

v   

Έχουμε, […] σαν λαός, όπως όλοι οι λαοί, αρετές και ελαττώματα. Το κακό όμως στην περίπτωση τη δική μας είναι ότι τα ελαττώματα μας εκδηλώνονται κυρίως στον πολιτικό τομέα. Και αυτό γιατί είμαστε επιρρεπείς σε φανατισμό και πάθη. Πάθη που γίνονται οξύτερα, όταν τα τροφοδοτούμε με συνεχή αναμόχλευση του παρελθόντος.

1.2.83, Αντιφώνηση προς το Δήμαρχο Καλαμάτας

v   

Εμείς οι Έλληνες, καθώς είμαστε επιρρεπείς στην προσωπολατρία όταν τα πράγματα πάνε άσχημα, αναζητούμε κάποιον Μεσσία για να μας σώση.  Αλλά στην εποχή μας δεν υπάρχουν Μεσσίες. Ή αν κατά τύχη νομίσωμε ότι βρίκαμε κανένα και τον βάλωμε επικεφαλής μας δεν θ’ αργήσωμε να τον φθείρωμε κι αυτόν. Έτσι είμαστε εμείς οι Έλληνες από την αρχαιότητα. Ικανοί να δημιουργούμε είδωλα, όχι για να τα λατρεύουμε αλλά για να έχουμε την ευχαρίστηση να τα γκρεμίζουμε.

Μωρίς Ζενεβουά: «Η Ελλάς του Καραμανλή»  

v   

Δεν υπάρχει τίποτε δυσκολότερο από το να κυβερνήσεις τους Έλληνες. Και αυτό, γιατί όλοι νομίζουν ότι είναι ικανοί για όλα.

12.8.84, Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία»


(ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ, 2004, σελ. 81-93)

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

Η εικόνα του πλατωνικού σπηλαίου στο «Κουρδιστό Πορτοκάλι» του Κιούμπρικ

Το Κουρδιστό Πορτοκάλι (A Clockwork Orange) είναι ταινία επιστημονικής φαντασίας του 1971, σκηνοθετημένη από τον Stanley Kubrick. Θεματολογικά, πρόκειται για μια σπουδή πάνω στη βία, τόσο των συμμοριών όσο και του κράτους και του σωφρονιστικού συστήματος. Στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον μια ομάδα νεαρών προβαίνει σε βιαιότητες: βανδαλισμούς, κλοπές, βιασμούς χωρίς λόγο ενώ δείχνει να το διασκεδάζει πολύ. Ωστόσο, μετά από προδοσία των «φίλων» του, ο κεντρικός ήρωας του έργου Alex (Malcolm McDowell), συλλαμβάνεται και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πολλών ετών.

Στο πλαίσιο μιας κυβερνητικής εκστρατείας αποσυμφόρησης των φυλακών από τους κοινούς εγκληματίες, ο Alex δέχεται να υποβληθεί σε ενός είδους πλύσης εγκεφάλου ώστε να «θεραπευτεί». Ουσιαστικά μέσω του ιδιότυπου αυτού πειράματος θα κερδίσει την ελευθερία του, αλλά θα απολέσει την ικανότητά του να εκτελεί βίαιες πράξεις.

Δεμένος σε μια καρέκλα, μη μπορώντας να στρέψει το κεφάλι του και να κλείσει τα μάτια του, παρακολουθεί να προβάλλονται σε μια οθόνη, με συνοδεία μουσικής υπόκρουσης, σκηνές βίας κάθε είδους. Λόγω των φαρμάκων που του έχουν δοθεί αυτές οι σκηνές του προκαλούν μεγάλη αηδία. Ουσιαστικά «προγραμματίζεται» να αισθάνεται άσχημα ακόμα και με τη σκέψη της βίας.

Το όλο σκηνικό της θεραπείας αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες κινηματογραφικές αναπαραστάσεις του πλατωνικού σπηλαίου:



 Πηγή: Christopher Falzon, Philosophy Goes to the Movies (σελ. 24)

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ

Δεν αξίζει να ζεις βίον ανεξέταστο

ΣΩΚΡΑΤΗΣ, από την Απολογία του Πλάτωνος

Στο ακόλουθο απόσπασμα από μια χαρακτηριστική συζήτηση του Σωκράτη, ο φιλόσοφος προκαλεί τον νεαρό του φίλο Ευθύδημο να προσπαθήσει να αποκτήσει αυτογνωσία. Προέρχεται από τα Απομνημονεύματα Σωκράτους του Ξενοφώντος (Δ 24-30), ο οποίος, μετά τον Πλάτωνα, μας έδωσε τις καλύτερες αναφορές για τη ζωή και τη σκέψη του Σωκράτη.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Πες μου, Ευθύδημε, έχεις επισκεφθεί ποτέ το Μαντείο των Δελφών;

ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ: Ναι, όντως Σωκράτη. Δύο φορές. Πάντα αναζητώ την καλύτερη συμβουλή όταν έχω να πάρω μια σημαντική απόφαση.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Μήπως παρατήρησες την επιγραφή πάνω από την είσοδο, εκείνη που φαίνεται λίγο πριν εισέλθεις στον ναό;

ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ: Σε ποιαν επιγραφή αναφέρεσαι, Σωκράτη;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Σ’ εκείνην που λέει ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ.

ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ: Α, ναι! Δεν την πρόσεξα όμως ιδιαίτερα. Είναι τέτοια η βιασύνη να μπεις μέσα, που δεν προλαβαίνεις εκείνη τη στιγμή να προσέξεις τίποτα.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Ναι, αλλά στη συνέχεια, Ευθύδημε; Σκέφθηκες καθόλου ότι αυτό το απόφθεγμα θα μπορούσε να σε βοηθήσει να πάρεις μια σημαντική απόφαση;

ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ: Όχι, Σωκράτη· ώσπου να φύγω, είχα ήδη λάβει τον χρησμό του μαντείου, και δεν μου πέρασε από τον νου κάτι τέτοιο. Άλλωστε, υπέθεσα ότι όντως γνωρίζω τον εαυτό μου· θέλω να πω, είναι δυνατό να μην τον γνωρίζω; Δεν είμαι δα και κανένας περίπλοκος άνθρωπος, Σωκράτη!

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Αυτό βεβαίως είναι κάτι για το οποίο μόνον εσύ μπορείς να αποφασίσεις, Ευθύδημε. Ας το προσεγγίσουμε όμως από άλλη σκοπιά: χθες σε είδα στον Αριστείδη που κοιτούσες τα άλογα· σκέπτεσαι να αγοράσεις κάποιο;

ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ: Ναι, Σωκράτη. Μάλιστα προς τα εκεί πηγαίνω τώρα, να κλείσω τη συμφωνία.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Και θα έχεις περάσει πολλές ώρες εξετάζοντας το άλογο, επιχειρώντας να διακρίνεις τα προτερήματα και τα μειονεκτήματά του, την υγεία, την ηλικία και το χαρακτήρα του.

ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ: Μα φυσικά, Σωκράτη. Πάνε ημέρες τώρα που περνώ κάμποσες ώρες στο λιβάδι και στον στάβλο.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Και θα έχεις βέβαια σκεφθεί πως θέλεις να χρησιμοποιήσεις το άλογο και ποιες είναι οι προσδοκίες σου για την απόδοσή του.

ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ: Αυτό ήταν το πρώτο και κυριότερο, Σωκράτη.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Και αξιολόγησες τις πληροφορίες που προέκυψαν από την εξέταση του αλόγου σε σχέση με τη χρήση που προορίζεις γι’ αυτό;

ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ: Ακριβώς Σωκράτη.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Με άλλα λόγια, Ευθύδημε, δεν πήγες σε κάποιον μάντη ή ιερέα για να σε συμβουλεύσει πάνω σ’ αυτό το θέμα, έτσι δεν είναι;

ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ: Φυσικά όχι, Σωκράτη! Γιατί να κάνω κάτι τέτοιο. Ήμουν σε θέση να εξετάσω το ζώο μόνος μου, και δεν δυσκολεύτηκα να το εκτιμήσω!

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Παρ’ όλα αυτά, όταν πρέπει να πάρεις κάποια απόφαση που θα επηρεάσει ολόκληρη τη ζωή σου και εκείνων για τους οποίους νοιάζεσαι, δέχεσαι αναντίρρητα ότι σου λέει το μαντείο, αγνοώντας τη συμβουλή γνώθι σαυτόν.

ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ: Καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις, Σωκράτη. Θα μπορούσα να εξετάζω τον εαυτό μου τουλάχιστον τόσο καλά όσο εξετάζω το άλογό μου.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Ακριβώς, Ευθύδημε. Δεν πιστεύεις ότι οι άνθρωποι θα έκαναν συνετότερες επιλογές αν γνώριζαν τα προτερήματα και τα ελαττώματά τους;

ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ: Είναι λογικό Σωκράτη. […] Υποπτεύομαι ότι έβαλαν το ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ πάνω από την είσοδο του ναού στους Δελφούς διότι, αν δεν έχεις αυτογνωσία, όποια συμβουλή και αν σου δώσει η ιέρεια, είναι πιθανόν να μην τη χρησιμοποιήσεις ορθώς.

Όσοι δεν γνωρίζουν τον εαυτό τους και δεν έχουν γνώση των ικανοτήτων τους βρίσκονται σε μειονεκτική θέση είτε στη σχέση τους με τους άλλους είτε στην ενασχόληση τους με οποιαδήποτε δραστηριότητα.

Αυτή η έμφαση στην αυτοεξέταση είναι η πρώτη από τις βασικές αρχές του Σωκράτη. Οι παλαιότεροι Έλληνες φιλόσοφοι επικεντρώνονταν στην κατανόηση της φύσης του σύμπαντος […]· αυτό που ξεχωρίζει τον Σωκράτη από τους αποκαλούμενους προ-σωκρατικούς […] είναι ότι «προσγείωσε» τη φιλοσοφία, την έκανε πιο πραγματική […] «Ο Σωκράτης κατέβασε τη φιλοσοφία από τα ουράνια», σχολίαζε ο Ρωμαίος ρήτορας Κικέρων, «και την εισήγαγε στις πόλεις και στα σπίτια των ανθρώπων». […]

Κατ’ αρχήν βασίζεται στη δια της λογικής και όχι εξ’ αποκαλύψεως προσέγγιση της αλήθειας, όπως καταδεικνύει ο διάλογος με τον Ευθύδημο. Αντί να πηγαίνουμε σε ιερείς και μαντεία για καθοδήγηση, ο Σωκράτης μας παροτρύνει να χρησιμοποιούμε το μυαλό μας για να κατανοήσουμε πρώτα τον εαυτό μας.


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΑΛΙΟΣ, 2003, σελ. 44-47)


Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Ελευθέριος Βενιζέλος: ο μύθος του χαρισματικού ηγέτη

Το 1910, ο Βενιζέλος εμφανίστηκε ως τυπικός χαρισματικός ηγέτης, καλώντας «υπό την σημαίαν ταύτην» όσους ένοιωθαν «τον ιερόν πόθον» να τον ακολουθήσουν στην αποστολή του. Από τότε, καλλιέργησε συστηματικά το μύθο του, με αποκορύφωμα τον επικήδειο που αυτοσχεδίασε για τον εαυτό του μιλώντας στη βουλή, στις 28 Απριλίου 1932:

… ο προκείμενος νεκρός ήτο ένας αληθινός άνδρας, με μεγάλο θάρρος, με αυτοπεποίθησην και δι’ αυτόν και διά τον λαόν τον οποίον εκλήθη να κυβερνήση. Ίσως έκαμε πόλλά σφάλματα, αλλά ποτέ δεν του απέλειψε το θάρρος, ποτέ δεν υπήρξε μοιρολάτρης, διότι δεν επερίμενε ποτέ από την μοίραν να ίδη την χώραν του προηγμένην, αλλά έθεσεν εις την υπηρεσίαν αυτής όλον το πυρ το οποίον είχε μέσα του, κάθε δύναμιν ψυχικήν και σωματικήν.

Από τις άπειρες μαρτυρίες και εκδηλώσεις του μύθου ξεχωρίζουν όσα γράφει ο Γιώργος Θεοτοκάς στο μυθιστόρημά Αργώ (έβδομο κεφάλαιο του δεύτερου μέρους), για την επιστροφή του Βενιζέλου στην Ελλάδα το 1927 και στην ενεργή πολιτική το 1928:

Ήδη, παντού γινόταν λόγος για τον Πρόεδρο. Μόλις ξαναπάτησε τα ελληνικά χώματα έγινε πάλι μονομιάς, ο Πρόεδρος. Η λέξη, έτσι χωρίς να συνοδεύεται από κανένα όνομα, δήλωνε αυτόν και όλοι το ήξεραν. Αρχηγός, σωτήρας, σύμβολο της μισής Ελλάδας, Σατανάς για την άλλη μισή, είταν οπωσδήποτε για όλους ο Πρόεδρος των ελληνικών ζητημάτων, ο άξονας που γύρω του ξανάρχιζε να στροβιλίζεται το έθνος. Κανείς δεν καταλάβαινε τι ακριβώς είχε στο νου του, μα η παρουσία του έφτανε για να αναστατώσει τα πάντα, σαν να ανάδινε η παρουσία αυτή κάποιο μυστηριώδες ρεύμα, που τράνταζε μονομιάς όλες τις δυνάμεις του εθνικού οργανισμού, τις δυνάμεις της πίστης και του ηρωισμού, της περιπέτειας και της αρπαγής, της δημιουργίας και της διάλυσης, της μοχθηρίας και του φθόνου. Όλες οι ζωικές ορμές που κοιμόντανε αχρησιμοποίητες, ξυπνούσανε πάλι και κοχλάζανε δυνατά στα ρόδινα ακρογιάλια της Ανατολικής Μεσογείου: Βενιζέλος! Βενιζέλος! …

… Αυθόρμητα οι Έλληνες ξανάπαιρναν θέση στις παλιές, στις φυσικές παρατάξεις τους, που τις νόμιζαν ότι έλειψαν για πάντα, ξαναγινότανε βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί. «Είναι άλλη φυλή», έλεγαν οι πρώτοι για τους δεύτερους. Κι’ αυτοί αποκρινότανε ότι «ο βενιζελισμός είναι πραγματική νόσος, της οποίας το μικρόβιον, όπως και του καρκίνου, δεν ανευρέθει εισέτι». Υπήρχαν εθνικιστές βενιζελικοί και εθνικιστές αντιβενιζελικοί, μαρξιστές βενιζελικοί και μαρξιστές αντιβενιζελικοί. Κ’ είτανε χίλιες φορές ευκολότερο να συνεννοηθεί λ.χ. ένας βενιζελικός εθνικιστής μ’ ένα μαρξιστή βενιζελικό παρά μ’ έναν αντιβενιζελικό εθνικιστή. Υπήρχαν άνθρωποι που πίστευαν βαθιά στη Δημοκρατία και γινότανε φανατικοί μοναρχικοί, για να εκδικηθούνε το Βενιζέλο. Κι’ άλλοι αντίστροφα. Κι’ όλα αυτά δεν παραξενεύανε κανέναν. Ο Πρόεδρος είταν η άμεση πραγματικότητα. Τα άλλα θαρρείς και αποτελούσαν μια δεύτερη πραγματικότητα, μακρινή, ξενική, και σχεδόν απίθανη.

Ακόμη και ένας μαρξιστής σαν τον Σεραφείμ Μάξιμο (Κοινοβούλιο ή δικτατορία;) δεν μπορούσε να αγνοήσει τη δύναμη του μύθου, την ίδια εποχή:

Μονάχα μια εξαιρετικά δημαγωγική φυσιογνωμία θα μπορούσε να κάνει ταυτόχρονα πιστευτό, σε εργάτες και σε αστούς, σε κεφαλαιούχους και σε αγρότας, σε δημοκρατικούς και μοναρχικούς πως είναι σε θέση να ικανοποιήση όλους, να ευχαριστήση όλους, να βελτιώση ολονών τη θέσι.

Μονάχα ένας θαυματοποιός θα μπορούσε να παίξη με επιτυχία ένα τέτοιο ρόλο και τούτο με ωρισμένες προϋποθέσεις, αντικειμενικές και υποκειμενικές.

Εφ’ όσον η κατάσταση ωδηγούσε αναπότρεπτα σε μια γενικώτερη κρίση του κοινοβουλίου και εφ’ όσον η κρίση αυτή παρέσυρε μαζύ της όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα, η μοναδική λύσι για να σωθούν και κόμμα και κοινοβούλιο ήταν ο Βενιζέλος, ως πρότυπο, ως αρχηγός, πυγμή για τους αστούς, χρηστή διοίκησις για το λαό, φιλεργάτης για τις εργατικές μάζες, «πατέρας» για τους πρόσφυγας, συντηρητικός για τους συντηρητικούς, αριστερός για τους αριστερούς, συμφιλιωτής με τους συμφιλιωτάς, αδιάλλακτος για τους αδιάλλακτους.

Τι έκανε στην Κρήτη, πως και τι έγινε στη Θέρισσο, τι κατώρθωσε με τις αναθεωρητικές Βουλές, τι στα 1915, τι στα 1920 κτλ. Κάθε επεισόδιο του παρελθόντος ξαναφρεσκαρίστηκε και εμφανίστηκε ζωντανό ωραίο. Ο σκούφος, η φωτογένεια του προσώπου, το ωραίο γέλιο, η ταχύτητα στις κινήσεις, η αποφασιστικότητα και πόσα άλλα πραγματικά και περισσότερο υποθετικά. 

Εξάλλου, και η αντιβενιζελική δαιμονολογία δεν είναι άρνηση του μύθου, αλλά αντιστροφή του. Έγραφε χαρακτηριστικά ο Γ. Α. Βλάχος στην Καθημερινή (19 Μαρτίου 1936) μετά το θάνατο του Βενιζέλου, που ο ίδιος είχε επανειλημμένα και δημόσια ευχηθεί: 

… άνθρωπος όπως όλοι, κοινός οργανισμός, καλός ή κακός, μικρός ή μέγας, δειλός ή γενναίος, ευθύς ή διεστραμμένος, δεν υπήρξε ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Υπήρξε κάτι πλέον αυτών και όλα μαζί, εκδήλωσις όλων εις την υπέρτατην των δύναμιν, εις την υψίστην μορφήν των …

… Νικών, ηττώμενος, εντός της Ελλάδος, εκτός αυτής, άλλοτε υπηρετών δια των προτερημάτων του την πατρίδα του, άλλοτε υπηρετών τα πάθη του δι’ αυτής, υψούμενος αιφνιδίως τόσον πολύ ώστε να δονούνται περί τας πράξεις του οι τηλεγραφικοί δέκται του κόσμου και πίπτων άξαφνα τόσον ώστε να πρέπει να κύπτουν και των αντιπάλων του οι μικρότεροι δια να τον εύρουν, ερχόμενος επί κεφαλής στρατιών και φεύγων ουραγός κουστωδίας, γινόμενος εναλλάξ αδιάλλακτος, διαλλακτικός, δημοκράτης, βασιλόφρων, ανώτερος παρατάξεων και κατώτρος κομμάτων, συνετός χθες και την επομένην παράφρων, έχων παμμέγιστα όπλα την ευστροφίαν, το πνεύμα, την θέλησιν, την νεανικήν ρητορείαν, και αχιλλείους πτέρνας του το μίσος, την εμπάθειαν, την κακίαν, ιστάμενος ταπεινός εμπρός εις νικητάς πολιτικούς αντιπάλους του και είρων και υβριστής εμπρός εις τους πολιτικούς του αντιπάλους νεκρούς, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, υπήρξεν, έζησεν, απέθανε και θα μείνει ως πρόβλημα, μυστήριον, μύθος, νυχτερινός εφιάλτης, τρομακτικόν κράμα μικρού και μεγάλου ανθρώπου, ο οποίος ήθελε, έδρα, εκινείτο, εκίνει και δεν ησθάνετο, δεν επίστευε, δεν ανεπαύετο.


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΝΤ. Ν. ΣΑΚΚΟΥΛΑ, 1982, σελ. 83-86)


Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Η δημοκρατική πολιτική θεωρία

Σε αντίθεση προς τον φιλελευθερισμό, η δημοκρατία, με την αρχική της έννοια, αφορά πολύ λιγότερο την υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων από όσο την επιβολή της λαϊκής κυριαρχίας. Υπέρτατος νόμος του κράτους πρέπει να είναι η θέληση της πλειοψηφίας του λαού, γιατί η «φωνή του λαού είναι οργή του Θεού».

Ο επιφανέστερος θεωρητικός της δημοκρατίας στην Ευρώπη του 18ου αιώνα ήταν ο Ρουσσώ. Τα σημαντικότερα έργα του είναι το Κοινωνικό συμβόλαιο και η Διατριβή για την προέλευση της ανισότητας. Και στα δύο αυτά έργα, ο Ρουσσώ υποστήριζε τη θέση ότι αρχικά οι άνθρωποι ζούσαν σε μια φυσική κατάσταση. Αλλά σε αντίθεση με τον Λοκ, θεωρούσε τη φυσική εκείνη κατάσταση αληθινό παράδεισο. Οι άνθρωποι δεν ταλαιπωρούνταν όταν όρθωναν το δικό τους συμφέρον εναντίον των συνανθρώπων τους. Αντίθετα, υπήρχαν πολύ λίγες πιθανότητες σύγκρουσης κάθε μορφής· κι αυτό γιατί η ατομική ιδιοκτησία δεν υπήρχε για μεγάλο διάστημα και κάθε άνθρωπος ήταν ίσος με οποιονδήποτε άλλον. Τελικά, ωστόσο, το κακό έγινε, κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι μερικοί έφραξαν κομμάτια γης και είπαν: «Αυτό είναι δικό μου». Με αυτό τον τρόπο αναπτύχθηκαν διάφορες βαθμίδες ανισότητας. Κατά συνέπεια, η «απάτη», η «αλαζονεία», η «ακόρεστη φιλοδοξία» έφτασαν να κυριαρχούν στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, έγραψε ο Ρουσσώ στη Διατριβή του. Η μόνη ελπίδα ασφαλείας ήταν πια η εγκαθίδρυση μιας πολιτισμένης κοινωνίας και η μεταβίβαση όλων των δικαιωμάτων στην κοινότητα. Αυτό επιτεύχθηκε μέσω ενός κοινωνικού συμβολαίου, με το οποίο κάθε άτομο συμφώνησε να υποταχθεί στη θέληση της πλειοψηφίας. Έτσι δημιουργήθηκε το κράτος.

Ο Ρουσσώ ανέπτυξε μια εντελώς διαφορετική αντίληψη κυριαρχίας από εκείνη των Φιλελευθέρων. Ενώ ο Λοκ και οι οπαδοί του είχαν υποστηρίξει ότι μόνο ένα μέρος της κυρίαρχης εξουσίας των πολιτών είχε μεταβιβαστεί στο κράτος και το υπόλοιπο είχε διατηρηθεί από τους ίδιους, ο Ρουσσώ υποστήριζε ότι η εξουσία είναι αδιαίρετη και ότι το σύνολό της επενδύθηκε στην κοινότητα, όταν δημιουργήθηκε η οργανωμένη κοινωνία. Υποστήριζε επιπλέον ότι κάθε άτομο, προκειμένου να συμμετάσχει στο κοινωνικό συμβόλαιο, παραχώρησε όλα του τα δικαιώματα στο σύνολο του λαού και δέχτηκε να υποταχθεί απόλυτα στη γενική βούληση. Κατά συνέπεια, η κυρίαρχη εξουσία του κράτους δεν υπόκειται σε κανένα απολύτως περιορισμό. Όταν ο Ρουσσώ αναφερόταν στο κράτος, δεν εννοούσε την κυβέρνηση· η δικαιοδοσία του κράτους δεν μπορεί να εκπροσωπηθεί, μπορεί όμως να εκφραστεί άμεσα μέσω της επιβολής θεμελιακών νόμων από μέρους του ίδιου του λαού. Η κυβέρνηση, από το άλλο μέρος, είναι το εκτελεστικό όργανο του κράτους. Ο ρόλος της δεν είναι να διαμορφώνει τη γενική βούληση, αλλά απλώς να τον εφαρμόζει. Επιπλέον, η κοινότητα μπορεί να ανεβάσει ή να ανατρέψει μια κυβέρνηση «όποτε θέλει», έγραψε στο Συμβόλαιο

[…] Η απήχηση των ιδεών του Ρουσσώ ήταν μικρότερη στο πρώτο στάδιο της Γαλλικής Επανάστασης, στο οποίο κυριαρχούσαν εκπρόσωποι της αστικής τάξης […] Κανένα επιχείρημα δεν θα τους έπειθε, όντας πεπεισμένοι ατομικιστές, να υποταγούν σε κάποια «γενική βούληση». Η επίδραση του Ρουσσώ ήταν μεγαλύτερη στο δεύτερο στάδιο της επανάστασης, όταν μια δημοκρατικότερη ομάδα ανήλθε στην εξουσία και επηρέασε την κατάσταση πρώτα προς την κατεύθυνση της δημοκρατίας και κατόπιν προς έναν απολυταρχισμό που, εν πάση περιπτώσει, ήταν εναρμονισμένος με τις αντιλήψεις του Ρουσσώ για το κυρίαρχο κράτος.



(ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2006, σελ. 418-420)

Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

Ηρωικοί μύθοι και ψυχανάλυση

Ο Ότο Ρανκ εξετάζει μύθους, τους αναλύει και, κυρίως προτείνει κοινή πλοκή ή μοτίβο για μια κατηγορία μύθων: τους ηρωικούς μύθους, […] Ακόμη και οι μύθοι της δημιουργίας αντιμετωπίζονται ως τα κατορθώματα που γέννησαν τον κόσμο –κατορθώματα ανδρών όσο και γυναικών.

Για τον Ρανκ, ο οποίος βαδίζει στο δρόμο του Φρόυντ, ο ηρωισμός έχει να κάνει με αυτό που οι οπαδοί του Γιουνγκ αποκαλούν «το πρώτο ήμισυ της ζωής». Το πρώτο ήμισυ –γέννηση, παιδική ηλικία, εφηβεία, και νεανική ηλικία- συνεπάγεται την ανάδειξή μας σε ανεξάρτητα άτομα στο πλαίσιο του εξωτερικού κόσμου. Η απόκτηση της ανεξαρτησίας εκφράζεται συγκεκριμένα με την εξασφάλιση εργασίας και συντρόφου. Η εξασφάλιση και των δύο αυτών απαιτεί αποχωρισμό από τους γονείς όσο και τιθάσευση των ενστίκτων μας. 

Ανεξαρτησία από τους γονείς δεν σημαίνει απόρριψή τους αλλά αυτάρκεια. Ομοίως, ανεξαρτησία από τα ένστικτα δεν σημαίνει την άρνηση αλλά τον έλεγχό τους. Όταν ο Φρόυντ ισχυρίζεται ότι ο δείκτης της ευτυχίας συνίσταται στην ικανότητά μας να εργαζόμαστε και να αγαπάμε, αναφέρεται σαφώς στους στόχους του πρώτου ημίσεως της ζωής, οι οποίοι κατά τη γνώμη του μας ακολουθούν διά βίου. Στα προβλήματα που αναγνωρίζει ο Φρόυντ συμπεριλαμβάνεται η παρατεταμένη προσκόλληση είτε στους γονείς είτε στα ένστικτα. Η εξάρτηση από τους γονείς προκειμένου να ικανοποιηθούν τα ένστικτα, όπως και η ικανοποίησή τους με αντικοινωνικούς τρόπους, δηλώνει εμμονή ή καθήλωση σε ένα παιδικό επίπεδο ψυχολογικής εξέλιξης.   

Το συνηθισμένο έπος μπορεί να λάβει την ακόλουθη μορφή: ο ήρωας είναι παιδί γονέων από αριστοκρατική γενιά, συνήθως γιος βασιλέα. Πριν από τον ερχομό του υπάρχουν δυσκολίες, όπως αποχή από την ερωτική πράξη, παρατεταμένη στειρότητα ή μυστική συνουσία γονέων εξαιτίας εξωτερικής απαγόρευσης ή εμποδίων. Πριν ή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης κάνει την εμφάνισή της μια προφητεία, έχουσα τη μορφή ονείρου ή χρησμού, η οποία προειδοποιεί για τα δεινά που θα επιφέρει η γέννηση του παιδιού, για τον πατέρα. Κατά κανόνα, ο ήρωας εγκαταλείπεται στο νερό, μέσα σ’ ένα κιβώτιο. Κατόπιν σώζεται από ζώα ή από ταπεινούς ανθρώπους (βοσκούς) και τρέφεται με το γάλα ενός θηλυκού ζώου ή μιας ταπεινής γυναίκας. Όταν το μεγαλώσει, βρίσκει τους μεγαλόσχημους γονείς του με εξαιρετικά ευφάνταστους τρόπους. Εκδικείται τον πατέρα του και δικαιώνεται. Τελικά κατακτά την εξουσία και απολαμβάνει τιμές.

Το μοτίβο του Ρανκ για τους μύθους ηρώων από τον Μύθο της Γένεσης του Ήρωα

Το μοτίβο του Ρανκ, το οποίο εφαρμόζει σε περισσότερους από τριάντα μύθους ηρώων, ανήκει στο πρώτο ήμισυ της ζωής […] Κυριολεκτικά ή συνειδητά, ο ήρωας είναι ιστορικό ή θρυλικό πρόσωπο όπως ο Οιδίπους. Είναι ηρωικός επειδή ανέρχεται από την αφάνεια συνήθως μέχρι το θρόνο. Κυριολεκτικά, είναι το αθώο θύμα είτε των γονέων του είτε της Mοίρας. Παρόλο που οι γονείς του λαχταρούν ένα παιδί και ο μόνος λόγος για να το θυσιάσουν είναι η σωτηρία του πατέρα, αποφασίζουν ωστόσο να το θυσιάσουν. Η εκδίκηση του ήρωα, αν όντως η πατροκτονία διαπράττεται εκούσια, είναι τότε κατανοητή: ποιος δεν θα ήθελε να σκοτώσει τον παραλίγο δολοφόνο του;

Συμβολικά ή ασυναίσθητα, ο ήρωας είναι ηρωικός όχι επειδή τολμά να κερδίσει το θρόνο, αλλά επειδή τολμά να σκοτώσει τον πατέρα του. Η δολοφονία είναι σαφώς σκόπιμη, και αιτία δεν είναι η εκδίκηση αλλά το ερωτικό αδιέξοδο. Ο πατέρας αρνείται να εκχωρήσει τη σύζυγό του – τον πραγματικό στόχο των προσπαθειών του γιου:

Κατά κανόνα η βαθύτερη, γενικά ασυνείδητη ρίζα της απέχθειας του γιου για τον πατέρα, ή δύο αδερφών μεταξύ τους, αποδίδεται στον ανταγωνισμό για την τρυφερή αφοσίωσή της μητέρας.
(Ρανκ, Ο Μύθος της Γέννησης του Ήρωα, σελ. 66)

Πολύ φρικαλέο για να αντιμετωπιστεί, το αληθινό νόημα του μύθου του ήρωα συγκαλύπτεται από μια επινενοημένη ιστορία, η οποία ενοχοποιεί τον πατέρα και όχι το γιο. Το μοτίβο είναι απλά

η δικαιολογία για τα εχθρικά συναισθήματα έναντι του πατέρα, τα οποία το παιδί κρύβει μέσα του, και τα οποία σε αυτή τη φανταστική ιστορία προβάλλονται απέναντι στον πατέρα.
(Ρανκ, Ο Μύθος της Γέννησης του Ήρωα, σελ. 63)

Η επιδίωξη του ήρωα παρουσιάζεται μεταμφιεσμένη ως δύναμη και όχι ως αιμομιξία. Πάνω απ’ όλα, ήρωας γίνεται κάποιο τρίτο πρόσωπο – ο συγκεκριμένος ήρωας – και όχι ο μυθοποιός ή οποιοσδήποτε διεγείρεται από το μύθο. Ταυτιζόμενος με το συγκεκριμένο ήρωα, ο μυθοποιός ή ο αναγνώστης πανηγυρίζει σαν δικό του το θρίαμβο του ήρωα, ο οποίος όντως του ανήκει. Αυτός είναι ο πραγματικός ήρωας του μύθου.

Κυριολεκτικά, ο μύθος κορυφώνεται όταν ο ήρωας καταλαμβάνει το θρόνο. Συμβολικά, ο ήρωας κερδίζει επίσης μια σύντροφο. Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να συμπεράνουμε ότι ο μύθος εκφράζει επιτυχώς τον Φροϋδικό στόχο του πρώτου ημίσεως της ζωής. Στην πραγματικότητα εκφράζει το αντίθετο. Η επιθυμία που εκπληρώνεται δεν αφορά στον αποχωρισμό από τους γονείς και στην κατάπνιξη των αντικοινωνικών ενστίκτων, αλλά αντίθετα είναι η επιθυμία για όσο το δυνατόν στενότερη σχέση με τους γονείς και για πραγμάτωση της πιο αντικοινωνικής από τις ορμές: πατροκτονία και αιμομιξία, ακόμη και βιασμό. Η κατάληψη της θέσης του πατέρα και ο γάμος με τη μητέρα δεν συνεπάγεται ανεξαρτησία απ’ αυτούς.

Ο μυθοποιός ή ο αναγνώστης είναι ενήλικας, αλλά η επιθυμία που εκτονώνεται με το μύθο είναι επιθυμία ενός παιδιού ηλικίας από τριών έως πέντε ετών

Οι μύθοι, συνεπώς κατασκευάζονται από ενήλικες που χρησιμοποιούν παλινδρομούσες παιδικές φαντασιώσεις, και ο ήρωας χρεώνεται την προσωπική παιδική ιστορία του μυθοπλάστη.
(Ρανκ, Ο Μύθος της Γέννησης του Ήρωα, σελ. 71)

Η φαντασίωση είναι η εκπλήρωση της Οιδιπόδειας επιθυμίας να σκοτώσει ο ενήλικας τον πατέρα του προκειμένου να αποκτήσει την αποκλειστικότητα της μητέρας του. Ο μύθος εκπληρώνει μια επιθυμία που ποτέ δεν εκδηλώθηκε από τον ενήλικα, ο οποίος είτε επινοεί το μύθο είτε τον χρησιμοποιεί. Αυτός ο ενήλικας είναι ψυχικά αιώνιο παιδί. Μην έχοντας αναπτύξει ένα Εγώ αρκετά δυνατό ώστε να τιθασεύσει τα ένστικτά του, γίνεται νευρωσικός:

Υπάρχει μια ειδική κατηγορία ατόμων, οι επονομαζόμενοι ψυχονευρωσικοί, οι οποίοι, όπως  έδειξαν οι μελέτες του Φρόυντ, παραμένουν παιδιά κατά μία έννοια, μολονότι κατά τα λοιπά φαίνονται ενήλικες.
(Ρανκ, Ο Μύθος της Γέννησης του Ήρωα, σελ. 58)

Εφόσον κανένα παιδί δεν μπορεί να εξουδετερώσει τον πατέρα του, ο μυθοπλάστης φαντάζεται ότι είναι αρκετά μεγάλος για να το κάνει. Εν ολίγοις, ο μύθος δεν εκφράζει τον Φροϋδικό στόχο του πρώτου ημίσεως της ζωής, αλλά το στόχο-εμμονή της παιδικής ηλικίας που εμποδίζει την πραγμάτωση του Φροϋδικού στόχου.

Αναμφίβολα, η εκπλήρωση της Οιδιπόδειας επιθυμίας είναι συμβολική και όχι κυριολεκτική, συγκεκαλυμμένη και όχι φανερή, ασυνείδητη και όχι συνειδητή, νοητική και όχι σωματική, έμμεση και όχι άμεση. Ταυτιζόμενος με το συγκεκριμένο ήρωα, ο δημιουργός ή ο αναγνώστης του μύθου διαπράττει με το νου του αυτό που ποτέ δεν θα τολμούσε στην πραγματικότητα. Ακόμη και Οιδιπόδειες πράξεις του συγκεκριμένου ήρωα είναι συγκεκαλυμμένες, επειδή το ηρωικό μοτίβο λειτουργεί στο –ή κοντά στο- δηλωτικό και όχι στο λανθάνον επίπεδο. Ωστόσο, ο μύθος όντως παρέχει κάποιου είδους εκπλήρωση και, λαμβάνοντας υπόψη τη σύγκρουση ανάμεσα στις παρορμήσεις του νευρωσικού και στις ηθικές του αξίες, παρέχει την καλύτερη δυνατή εκπλήρωση. Ο Ρανκ αντιπαραθέτει το νευρωσικό, ο οποίος έχει απωθήσει τις παρορμήσεις του και επομένως χρειάζεται μια έμμεση διέξοδο γι’ αυτές, με το «διεστραμμένο», ο οποίος κάνει πράξη τις παρορμήσεις του, και ενδεχομένως δεν χρειάζεται ημίμετρα σαν το μύθο.

Robert A. Segal, Μύθος

(Ελληνικά γράμματα, 2007, σελ. 116-121)