Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Η πολιτική λειτουργία της θρησκείας


Ο Μακιαβέλι πιστεύει ότι η θρησκεία παίζει ουσιώδη ρόλο στην ευημερία ενός κράτους. Εξετάζοντας τη θρησκεία, όπως και στην περίπτωση της ανθρώπινης φύσης, ο Μακιαβέλι περιορίζεται στην πολιτική λειτουργία. Δεν εμπλέκεται στη θεολογική διαμάχη ούτε ερευνά εάν η θρησκεία, ή κάποια συγκεκριμένη θρησκεία, είναι αληθής ή ψευδής, αλλά προσπαθεί να εκτιμήσει το ρόλο των θρησκευτικών πεποιθήσεων και της εκτέλεσης των θρησκευτικών τελετουργιών στην πολιτική. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αναλύει, με μια γενική έννοια, το «μύθο» και βρίσκει ότι είναι πολιτικά αναντικατάστατος.

«Μ’ όλο που η Ρώμη είχε για πρώτο νομοθέτη το Ρωμύλο και σ’ αυτόν, σαν μια θυγατέρα, χρωστούσε τη γέννηση και την ανατροφή της, … ωστόσο οι ουρανοί, … βάλανε στο νου της Συγκλήτου … και θέλοντας να τον φέρει (το λαό) στην πειθαρχία του πολιτικού βίου με τρόπο ειρηνικό, στράφηκε κατά τη θρησκεία … και την κανόνισε με τέτοιο τρόπο, που για πολλούς αιώνες δε στάθηκε άλλη πολιτεία τόσο θεοφοβούμενη: κι αυτό ευκόλυνε καθ’ επιχείρηση που λογαριάζανε να βάλουνε μπροστά η Σύγκλητος ή οι μεγάλοι εκείνοι Ρωμαίοι άντρες».

«Όποιος λοιπόν καλομελετήσει τη ρωμαϊκή ιστορία θα ιδεί πόσο στεκόταν χρήσιμη η θρησκεία για να κυβερνηθεί ο στρατός, να εγκαρδιωθεί ο λαός, να κρατηθούνε οι άνθρωποι καλοί και να ντροπιαστούν οι κακοί. … Κι όπως η τήρηση της θείας λατρείας είναι λόγος μεγαλοσύνης για τις πολιτείες, το ίδιο και η περιφρόνησή της είναι λόγος που φέρνει την καταστροφή τουςΌσες ηγεμονίες ή δημοκρατίες θέλουνε να κρατηθούνε αδιάφθορες, πρέπει προπαντός να μην ψευτίζουνε ποτέ τις τελετές της θρησκεία τους, μα να τις σέβονται πάντα». (Διατριβές, Βιβλίο I, Κεφ. 11 και 12)



(ΚΕΔΡΟΣ, 2009, σελ. 91-92)

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Οι πολιτικές αντιλήψεις του Μακιαβέλι


Εάν εξεταστούν στην ολότητά τους, τα κείμενα του Μακιαβέλι δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία … θεωρεί ότι το άριστο πολίτευμα είναι η δημοκρατία, την οποία αποκαλούσε «κοινοπολιτεία». Όχι μόνο προτιμά μια δημοκρατική διακυβέρνηση· υπό λοιπές κοινωνικές συνθήκες, θεωρεί μια δημοκρατία ισχυρότερη, πιο ανθεκτική στο χρόνο, πιο συνετή και πιο ευέλικτη από οποιαδήποτε μορφή μοναρχίας. Η θέση αυτή αποσαφηνίζεται πάνω απ’ όλα στο πιο σημαντικό του έργο, τις Διατριβές πάνω στην πρώτη δεκάδα του Τίτου Λίβιου, αλλά υπονοείται τουλάχιστον σε όλα τα κείμενά του. Όταν στην επιστολή του προς τον Ζηνόβιο απαντά στην κατηγορία ότι σε όλα τα γραπτά του «υπαινίσσεται» τη «μεγάλη του θέρμη για το Δημοκρατικό Πολίτευμα», αποδέχεται με ειλικρίνεια το δίκαιο της κατηγορίας:

«Γιατί θα έπρεπε να καταδικαστώ για αίρεση ή για σφάλμα, επειδή προτιμώ μια Κοινοπολιτεία αντί μιας Μοναρχίας; … μια Δημοκρατία που θεμελιώνεται σε ορθές εντολές είναι το άριστο και πιο θαυμάσιο πολίτευμα, και μάλιστα χωρίς τον ελάχιστο φόβο να με διαψεύσει κανείς· διότι πιστεύω ακράδαντα ότι ουδείς άλλος θα μου εναντιώνονταν πλην των Κολάκων και των Σοφιστών, που θα αναρπάξουν τον Αριστοτέλη ακόμη και τον Πλάτωνα τον ίδιο για να τους εμφανίσουν ότι γράφουν υπέρ της μοναρχίας, παρερμηνεύοντας ορισμένα ασαφή αποσπάσματα αυτών των μεγάλων συγγραφέων, και επίσης θα πουν στους αναγνώστες τους ότι η καλύτερη πολιτεία στον κόσμο είναι αυτή που γίνεται η πιο αρεστή από το Θεό, … πρέπει να προσδώσουν στον άμοιρο Ηγεμόνα που σκοπεύουν να θεοποιήσουν μια φύση καλύτερη και ανώτερη της ανθρώπινης … ακόμη και με παντοδυναμία».  

Στον Ηγεμόνα ο Μακιαβέλι χωρίζει όλες τις κυβερνήσεις, ανάλογα με τη μορφή τους, σε «μοναρχίες» (πριγκιπάτα) και «κοινοπολιτείες» (δημοκρατίες). Μοναρχία σημαίνει μια μορφή διακυβέρνησης στην οποία η κυριαρχία ανήκει τυπικά σε έναν άνθρωπο· κοινοπολιτεία σημαίνει μια μορφή διακυβέρνησης στην οποία η κυριαρχία ανήκει τυπικά σε περισσότερους από έναν άνθρωπο. Συνεπώς, μια κοινοπολιτεία δεν είναι αναγκαστικά «δημοκρατική» υπό οποιαδήποτε έννοια· ούτε μια μοναρχία είναι αναγκαστικά τυραννική.

Στην αρχή των Διατριβών για τον Τίτο Λίβιο, ο Μακιαβέλι διακρίνει τρία είδη διακυβέρνησης: μοναρχία, αριστοκρατία και δημοκρατία. Μέσω αυτής της διάκρισης, που τη δανείζεται από τον Αριστοτέλη, δεν αναφέρεται απλώς στις διαφορές της κυβερνητικής μορφής, αλλά και στις διαφορετικές κοινωνικές σχέσεις μέσα στο κράτος …

Εάν η άριστη μορφή διακυβέρνησης είναι η δημοκρατία, δεν συνεπάγεται ότι μια δημοκρατία είναι δυνατή κάθε στιγμή και σε όλες τις καταστάσεις. Οι προτιμήσεις του Μακιαβέλι πάντα πειθαρχούν στην αλήθεια.

Όμως, προτιμώντας μια δημοκρατική μορφή διακυβέρνησης, ο Μακιαβέλι δεν είναι ουτοπικός. Παρουσιάζει τα ελαττώματα των ιδανικών του εξίσου έντιμα με τα προτερήματά τους. Επιπλέον, είναι αλήθεια ότι δεν προσδίδει απόλυτη βαρύτητα στην επιλογή της μορφής της διακυβέρνησης, κάτι που θα έκαναν οι ουτοπιστές, οι οποίοι πιστεύουν ότι όλα τα ανθρώπινα προβλήματα μπορούν να λυθούν μόνο με την πραγματοποίηση των δικών τους ιδανικών. … προβάλλει το ιδανικό της «ελευθερίας» πέρα και πάνω από την προτίμηση του για τις μορφές διακυβέρνησης. Για κάθε δεδομένη ομάδα ανθρώπων, η «ελευθερία», όπως χρησιμοποιεί τη λέξη ο Μακιαβέλι, σημαίνει ανεξαρτησία – δηλαδή μη υπαγωγή σε μια άλλη, εξωτερική ομάδα· και όσον αφορά την εσωτερική κατάσταση, σημαίνει μια κυβέρνηση που στηρίζεται στο νόμο και όχι στην αυθαίρετη βούληση μεμονωμένων ατόμων, ηγεμόνων ή απλών πολιτών.

Η ανεξαρτησία, ως πρώτιστος όρος της ελευθερίας, μπορεί να εξασφαλιστεί, σε τελευταία ανάλυση, μόνο με την ένοπλη δύναμη των πολιτών, ποτέ από τους μισθοφόρους, τους συμμάχους ή το χρήμα· συνεπώς, τα όπλα είναι το πρώτο θεμέλιο της ελευθερίας.

Και στο εσωτερικό της χώρας η ελευθερία στηρίζεται στη δύναμη – στη δημόσια δύναμη του κράτους όμως, ποτέ στη δύναμη που ασκείται από ιδιώτες ή ομάδες, η οποία αποτελεί άμεση απειλή για την ελευθερία. Ως εσωτερική ελευθερία, που την εγγυάται η κρατική ισχύς εννοείται η μέσω του νόμου διακυβέρνηση, η οποία επιτάσσει αυστηρή τήρηση των ενδεδειγμένων νομικών διαδικασιών …, ο Μακιαβέλι επιμένει ότι προκειμένου να διαφυλαχθεί η ελευθερία: κανένα άτομο και κανένας δημόσιος λειτουργός δεν επιτρέπεται να υπεράνω του νόμου· πρέπει να υπάρχουν νομικά μέσα τα οποία θα χρησιμοποιεί κάθε πολίτης για να εκφέρει κατηγορίες εναντίον ενός άλλου πολίτη ή αξιωματούχου· οι θητείες στα αξιώματα πρέπει να είναι βραχύβιες και δεν πρέπει να επιμηκύνονται ποτέ, … η τιμωρία πρέπει να είναι αποφασιστική και αντικειμενική

Ο Μακιαβέλι δεν είναι τόσο αφελής ώστε να πιστεύει πως ο νόμος μπορεί να διαφυλαχθεί μόνος του. Ο νόμος στηρίζεται στη δύναμη, αλλά και η δύναμη μπορεί να καταστρέψει το νόμο, εκτός αν χαλιναγωγηθεί. Και μπορεί να χαλιναγωγηθεί μόνο με αντισταθμιστική δύναμη. Κοινωνιολογικά, συνεπώς, το θεμέλιο της ελευθερίας, είναι η ισορροπία δύναμης, αυτό που αποκαλεί ο Μακιαβέλι «μεικτή» διακυβέρνηση. … η ελευθερία προκύπτει μόνο μέσα από τη συνεχή σύγκρουση αντιτιθέμενων ομάδων.   

«Οι πολιτείες … αλλάζουμε συχνά τις κυβερνήσεις και τα πολιτεύματα τους όχι περνώντας από τη λευτεριά στη δουλεία, καθώς πολλοί πιστεύουν, παρά περνώντας από τη δουλεία στη παραλυσία. Γιατί της λευτεριάς μονάχα τ’ όνομα λιβανίζουνε οι υπηρέτες της παραλυσίας, πούναι οι ποπολάνοι, κι οι υπηρέτες της δουλείας πουναι οι ευγενείς, ενώ κι οι δύο τους λαχταρούν να μην έχουνε απάνω τους ούτε νόμο κι άνθρωπο κανένα». (Φλωρεντινή Ιστορία, Βιβλίο IV)

«… κι ακόμα, πως δεν αναλογίζονται ότι σε κάθε πολιτεία βλέπεις δύο διαθέσεις ενάντιες, του λαού και των μεγάλων, κι όλοι οι νόμοι, που φτιάχνονται για τα’ όφελος της ελευθερίας, γεννιούνται από τούτων εδώ τις διαφορές …». (Διατριβές, Βιβλίο I, Κεφ. 4)

«Ο δεύτερος λόγος [που υπάρχει χρηστότητα και δικαιοσύνη σε ορισμένες πολιτείες] είναι πως οι δημοκρατίες εκείνες, όπου βαστιέται ακόμα ο ορθός και αδιάφθορος βίος, δεν ανέχονται να’ ναι κάποιος πολίτης τους ευγενής ή να ζει με τρόπο παρόμοιο· απεναντίας, ανάμεσά τους έχουνε πλέρια ισότητα …». (Διατριβές, Βιβλίο I, Κεφ. 55)

Η ελευθερία λοιπόν … είναι το κυρίαρχο ιδανικό του Μακιαβέλι και το τελικό κριτήριό του όταν εκφέρει γνώμη. Η τυραννία είναι το αντίθετο της ελευθερίας και κανένας δεν υπήρξε πιο ξεκάθαρος αντίπαλος της τυραννίας απ’ αυτόν.


(ΚΕΔΡΟΣ, 2009, σελ. 81, 92-95)

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Τα παιδιά της ελπίδας


Οι θρησκευτικές δοξασίες υπήρξαν πάντοτε το πιο σημαντικό στοιχείο της ζωής των λαών και επομένως και της ιστορίας τους. Το μεγαλύτερο ιστορικό γεγονός, απ’ αυτά που είχαν την πιο κολοσσιαία επίδραση, υπήρξε η γέννησις και ο θάνατος των θεών …

Και όντως δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι από την αρχή των ιστορικών χρόνων, όλοι οι πολιτικοί και κοινωνικοί θεσμοί θεμελιώθηκαν πάνω σε θρησκευτικές δοξασίες και ότι, επί της σκηνής του κόσμου, οι θεοί έπαιξαν πάντοτε τον πρώτο ρόλο … Οι κατακτήσεις των Αράβων, οι Σταυροφορίες, η Ισπανία στην εποχή της Ιεράς Εξετάσεως, η Γαλλία μετά τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου και των πολέμων της Επαναστάσεως, αποδεικνύουν σε τι επίπεδα μπορεί να φθάσει ένας φανατικός λαός, παραμορφωμένος από τα όνειρα του. Αυτού του είδους τα όνειρα και οι χίμαιρες εξασκούν ένα είδος επίμονου υπνωτισμού, τόσο έντονου, ώστε η Πνευματική Ιδιοσυστασία ενός λαού διαμορφώνεται εξ ολοκλήρου απ’ αυτόν. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο άνθρωπος δημιούργησε τους θεούς, αλλά αφού τους δημιούργησε πολύ γρήγορα υποδουλώθηκε σε αυτούς. Δεν είναι παιδιά του φόβου, όπως αναφέρει ο Λουκρήτιος, αλλά παιδιά της ελπίδας και γι’ αυτό η επίδρασις τους θα είναι αιώνια. Εκείνο το οποίον ακριβώς οι θεοί έδωσαν στον άνθρωπο – και μόνο αυτοί μέχρι τώρα μπόρεσαν να του το δώσουν – είναι κάποια πνευματική κατάστασις, που να επιτρέπει την ευτυχία. Καμιά απολύτως φιλοσοφία, μέχρι τώρα, δεν μπόρεσε να μάθει τη μέθοδο, πραγματοποιήσεως αυτού του έργου … Διότι η ευτυχία εξαρτάται πολύ λίγο από τις εξωτερικές καταστάσεις, πολύ περισσότερο δε από τις ψυχικές συνθήκες υπάρξεως.

Οι μάρτυρες που πέθαιναν πάνω στη φωτιά, πιθανόν να ήταν πολύ περισσότερο ευτυχισμένοι απ’ ότι οι ίδιοι οι δήμιοί τους. Ο νυχτοφύλακας …, είναι δυνατόν να είναι πιο ευτυχισμένος από τον πολυεκατομμυριούχο, ο οποίος πολιορκείται από συνεχή και αμείωτα προβλήματα.

Δυστυχώς, η ανοδική πορεία του πολιτισμού, δημιούργησε στον νεώτερο άνθρωπο, πλήθος καινούργιων αναγκών, χωρίς όμως ταυτοχρόνως να του δώσει τα μέσα να τις ικανοποιεί, δημιουργώντας έτσι μια γενική ψυχική δυσαρέσκεια. Χωρίς καμιά  αμφιβολία ο πολιτισμός είναι ο πατέρας του Σοσιαλισμού και της αναρχίας, που αποτελούν την φοβερότερη έκφραση της απελπισίας των λαών, την οποία καμιά εξουσία δεν υποστηρίζει …

Μια από τις μεγαλύτερες πλάνες των νεότερων χρόνων, είναι το να θεωρείται ότι η ανθρώπινη ψυχή μπορεί να βρει την ευτυχία της μόνο στον εξωτερικό κόσμο …

Αυτό που αποτελεί και την ασυναγώνιστη δύναμη των θρησκευτικών δοξασιών, είναι ότι δημιουργούν τον μοναδικό παράγοντα που μπορεί να δώσει σ’ ένα λαό την απόλυτη σύμπτωση συμφερόντων, αισθημάτων και φρονημάτων … Ο λαός που υποτάσσεται στον ζυγό μιας θρησκευτικής ιδέας, δεν αλλάζει βεβαίως την πνευματική του ιδιοσυστασία, αλλά όλες οι ιδιότητες του στρέφονται προς τον ίδιο ακριβώς σκοπό: τον θρίαμβο της δική του ιδέας και εξ’ αιτίας αυτού του γεγονότος και μόνον, η δύναμις του γίνεται Τρομερή. …   

Αυτό που πρέπει να μελετηθεί δεν είναι η ποιότητα της ιδέας, αλλά μάλλον ο βαθμός της κυριαρχίας που εξασκεί πάνω στις ψυχές. Είναι αδιάφορο εάν ο θεός ονομάζεται … Το γόητρό του δε και η αξία του είναι σχετική με το πόσο ανεκτικός και το πόσο βάρβαρος είναι. Οι θεοί που είναι υπερβολικά ανεκτικοί και πράοι δεν παρέχουν καμία απολύτως δύναμη στους πιστούς τους. Οι οπαδοί του αυστηρού Μωάμεθ κυριάρχησαν για πολύ χρόνο, σε μεγάλο μέρος του κόσμου … Οι οπαδοί όμως του ειρηνοποιού Βούδα δεν ίδρυσαν ποτέ τους μια στερεά ή διαρκή κυριαρχία …

Γουσταύου Λεμπόν, Νόμοι εξελίξεως των λαών

(ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΚΕΨΙΣ, 1985, σελ. 102-105)

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Η ελπίδα


Ας πάρουμε τα τρία περίφημα καντιανά ερωτήματα σχετικά με τα ανθρώπινα ενδιαφέροντα: «Τι μπορώ να γνωρίσω; Τι πρέπει να κάνω; Τι μου επιτρέπεται να ελπίζω;».

Για τα δύο πρώτα δεν έχω έτοιμη απάντηση. Σας θυμίζω απλώς ότι η σχετική συζήτηση ξεκίνησε από τους Έλληνες. Στο τρίτο όμως ερώτημα έχω την απάντηση: τίποτα. Και ισχυρίζομαι πως η απάντηση αυτή βρίσκεται στη βάση της ελληνικής σύλληψης του κόσμου. Πρέπει βέβαια να διευκρινίσουμε τον όρο ελπίδα. Η ελπίδα ή προσδοκία έχει δύο έννοιες.

Αφενός, μια έννοια τρέχουσα, εμπειρική, που παραπέμπει στο γεγονός ότι στην καθημερινή μας ζωή έχουμε απέναντι στην πραγματικότητα ορισμένες καθορισμένες – περιορισμένες προσδοκίες σε σχέση με δραστηριότητες μας. Περιμένουμε την επόμενη να ανατείλει και πάλι ο ήλιος, να βρούμε ψάρια στη θάλασσα … Η ελπίδα αυτή παραπέμπει άλλωστε σε σειρά πολύ σημαντικών προβλημάτων κοσμολογικής και ταυτόχρονα ψυχολογικής τάξεως … Αυτό που διακυβεύεται εδώ είναι η εικασία μιας κάποιας κανονικότητας των πραγμάτων και κυρίως των φαινομένων των οποίων η κανονικότητα τα καθιστά θετικά για τους ανθρώπους ή τουλάχιστον σχετικά «εύχρηστα». Αντιθέτως, κανένας δεν θα έλεγε ότι ελπίζουμε στο θάνατό μας, παρά το ότι το γεγονός είναι εξίσου πιθανό με την ανατολή του ήλιου … τουλάχιστον ως γεγονός.

Η προσδοκία ή η ελπίδα όμως έχουν όμως και μια άλλη έννοια, … «destinal» (της μοίρας) … : δηλαδή την ιδέα μια θεμελιακής, έσχατης συμφωνίας, πέραν όλων των δυνατών αντιθέσεων και αντιφάσεων, μεταξύ των βαθύτερων φιλοδοξιών μας και αυτού που θα συμβεί. Την ιδέα μιας κάποιας αρμονίας μεταξύ του κόσμου και της ύπαρξης μας, που περιλαμβάνει βέβαια, κατά προνομιακό τρόπο και αυτό που επιθυμούμε. Η ελπίδα αυτή συνεπάγεται, επομένως, ότι η τάξη του κόσμου … περιέχει την απάντηση στις δικές μας προσδοκίες. Μια τέτοια αναπαράσταση συναντάται σε πολλές αν όχι σε όλες τις κοινωνίες. Πρόκειται άλλωστε κατά τη γνώμη μου, για τη θεμελιακή θέση του μονοθεϊσμού. Ωστόσο, απουσιάζει παντελώς από την πρωταρχική ελληνική στάση, τουλάχιστον μέχρι τον 5ο αιώνα, πράγμα που φαίνεται στο μύθο της Πανδώρας στον Ησίοδο …

Γνωρίζετε ότι η Πανδώρα ήρθε στους ανθρώπους ως δώρο των θεών. Το δώρο όμως αυτό ήταν παγίδα και θα όφειλαν να το είχαν αποποιηθεί. Η Πανδώρα θα ανοίξει το περίφημο αγγείο από το οποίο θα ξεπηδήσουν όλα τα δεινά της ανθρωπότητας … Όταν θα το ξανακλείσει, θα κλείσει μέσα και την ελπίδα. Ιδού λοιπόν η ελληνική θεώρηση της ανθρώπινης ζωής: πληθώρα κάθε λογής κακών και απουσία ελπίδας – η ελπίδα κλείστηκε σ’ ένα κουτί που κανείς πλέον δεν μπορεί να ανοίξει.

(Εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ, 2007, σελ. 257-259)

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Εγώ, Αυτό και Υπερεγώ


Στα πρώτα στάδια της επεξεργασίας μιας συνεκτικής θεωρίας περί ψυχής ο Φρόυντ πρότεινε ότι το ψυχικό όργανο μπορεί να εννοηθεί ως «σύστημα» με τρείς ξεχωριστούς τόπους: το συνειδητό, το προσυνειδητό και το ασυνείδητο. Αλλά στις αρχές της δεκαετίας του 1920 αντικαθιστά αυτό το υπόδειγμα με άλλο.

Εκεί που ο Φρόυντ ομιλούσε άλλοτε περί «συνειδητού» τώρα μιλάει περί «εγώ». … Το εγώ περιλαμβάνει τον συνειδητό εαυτό αλλά δεν περιορίζεται σ’ αυτόν. Στην καινούργια τοπική του Φρόυντ, το εγώ είναι η βαθμίδα εκείνη της ψυχής που αποτελεί την εξωτερική επιφάνειά της και η οποία διαμορφώνεται από τις αισθητηριακές αντιλήψεις και εμπειρίες του ατόμου από τον εξωτερικό κόσμο. Το εγώ είναι η βαθμίδα των συνειδητών σκέψεων αλλά η βαθμίδα εκείνη η οποία (εν αγνοία της συνειδήσεως) κρατά υπό έλεγχο τις απειλητικές ασύνειδες σκέψεις και ορμές. Το εγώ είναι ο κοινωνικός εαυτός, ο εαυτός ο περισσότερο εκτεθειμένος στην «πραγματικότητα» και ο αμεσότερα υποκείμενος στις «επιταγές» της.

Προφανώς, εάν το εγώ αναδύεται από την εμπειρία, πρόκειται για σχηματισμό υστερογενή, ο οποίος διαμορφώνεται από υλικό που αποκτάται από τον χαοτικό πυρήνα της ψυχής, τον οποίο ο Φρόυντ ονομάζει με τη λατινική λέξη «Id», που σημαίνει «Αυτό».  Το συγκεκριμένο λοιπόν Αυτό είναι το σκοτεινό, ασύνειδο, λιβιδινικό κέντρο της εσωτερικής εμπειρίας, ο τόπος των σεξουαλικών ενορμήσεων και επιθυμιών, το άγριο άλογο, που το ιππεύει και ελέγχει το εγώ – κατά τη χαρακτηριστική έκφραση του Φρόυντ. Διότι, παρά το γεγονός ότι το εγώ απωθεί ενεργώς (και ασύνειδα) τις ακοινωνικές και απαγορευμένες ενορμήσεις του Αυτό, το τελευταίο καταφέρνει εν τούτοις να επηρεάζει τη συμπεριφορά μας, παροχετεύοντας την ενέργεια του σε πράξεις εγκρινόμενες από το εγώ ή ενίοτε σε πράξεις που δεν μπορούμε να καταλάβουμε πλήρως και οι οποίες δημιουργούν ενοχές.  

… Το εγώ λειτουργεί με βάση εκείνο που ο Φρόυντ αποκαλεί «αρχή της πραγματικότητας» (προσαρμοζόμενο στις απαιτήσεις και τους κανόνες του εξωτερικού κόσμου), το Αυτό με βάση την αρχή της «απόλαυσης» (επιζητώντας να ελαχιστοποιήσει τον πόνο και τη διαταραχή, δηλαδή την εξοικονόμηση ψυχικής ενέργειας). Το Εγώ βρίσκεται στην επιφάνεια της ψυχονοητικής δραστηριότητας, το Αυτό στα βάθη της. Το Εγώ αποτελεί ψυχονοητική αναπαράσταση της εξωτερικής αίσθησης και εμπειρίας· το Αυτό αναπαράσταση του ενστίκτου. Το Εγώ συναλλάσσεται με έννοιες κυρίως λεκτικές (συνειδητό είναι εκείνο που μπορεί να ειπωθεί), το Αυτό με σύμβολα, κυρίως οπτικά.

Στις πολύπλοκες συναλλαγές του Εγώ και του Αυτό, ο Φρόυντ προσέθεσε μια Τρίτη δύναμη, η οποία είναι παραφυάδα του εγώ, την οποία ονομάζει το «ιδανικό εγώ» ή «υπερεγώ». Το υπερεγώ αντιπροσωπεύει αυτό που ο εαυτός επιθυμεί να γίνει και είναι η έδρα πραγμάτων, όπως η ηθική, το καθήκον και η πίστη. Σύμφωνα με την … περιγραφή του Φρόυντ, το υπερεγώ εμφανίζεται παράλληλα με τη λύση του οιδιπόδειου συμπλέγματος. Συγκεκριμένα, το μικρό αγόρι, για παράδειγμα, ξεπερνά την παράνομη επιθυμία του για τη μητέρα του και το μίσος για τον πατέρα του δια της «εσωτερικεύσεως» ή της «ενδοβολής» αυτών «αντικειμένων» (της μητέρας και του πατέρα). Η αγάπη για τη μητέρα αναστρέφεται τότε σε αγάπη για τον εαυτό, ή μάλλον τον δυνητικό εκείνο εαυτό που μπορεί να γίνει ιδανικός· και το μίσος για τον πατέρα κατανικάται μέσω της έντονης ταυτίσεως με αυτόν ως το υπέρτερο ή ανώτερο τμήμα του εαυτού.

Έτσι, τα ιδανικά, οι ηθικές αξίες, οι απαγορεύσεις και οι νόμοι των γονέων εγκαθίστανται στο εσωτερικό του ψυχικού οργάνου και εφεξής επιτροπεύουν το εγώ. Σε τελική ανάλυση, το υπερεγώ, είναι το αυτοκριτικό εκείνο τμήμα του εαυτού, το οποίο μετρά την απόσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και τα ιδανικά και που αποφορτίζει την ενέργεια του Αυτό προκειμένου να παροχετεύσει το εγώ προς ανώτερους σκοπούς. Ο Φρόυντ ονομάζει αυτή τη διεργασία «μεταρσίωση» και σ’ αυτή αποδίδει τα επιτεύγματα του ανθρώπινου πολιτισμού.


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ Κ. ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΣ, 1998, σελ. 226-228)

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Ζεν


Γύρω στον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα, η ινδική σκέψη, με τη μορφή του Βουδισμού, ήρθε σ’ επαφή με το κινεζικό πνεύμα. … Η πραγματιστική όψη της κινεζικής νοοτροπίας ανταποκρίθηκε στο μήνυμα του Βουδισμού, απομονώνοντας απ’ αυτόν μόνο τα πρακτικά του διδάγματα και συστηματοποιώντας τα σ’ ένα ιδιαίτερο είδος πνευματικής ιδεολογίας, που πήρε το όνομα Τσαν. Συνήθως, η λέξη αυτή μεταφράζεται σαν «διαλογισμός». Γύρω στο 1200 μ.Χ. η φιλοσοφία Τσαν μεταφέρθηκε στην Ιαπωνία, και συνέχισε ν’ αναπτύσσεται μέχρι τις μέρες μας με το όνομα Ζεν.

Έτσι το Ζεν αποτελεί ένα μοναδικό μίγμα φιλοσοφικών ιδεών και ιδιαίτερων χαρακτηριστικών νοοτροπιών, που προέρχονται από τρείς διαφορετικούς πολιτισμούς. Πρόκειται για ένα τρόπο ζωής τυπικά ιαπωνικό, που δεν παύει να διατηρεί μέσα του το μυστικισμό της Ινδίας, την αγάπη του Ταοϊσμού για τη φύση, και την πραγματιστική σκέψη του Κομφουκιανισμού.

Παρά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, όμως, το Ζεν παραμένει στην ουσία του βουδιστικό, εφόσον στόχος του είναι αυτός που καθόρισε ο Βούδας, μ’ άλλα λόγια η «φώτιση», που στην ορολογία του Ζεν ονομάζεται σατόρι. … Η μοναδικότητα του Ζεν έγκειται στο γεγονός πως συγκεντρώνει την προσοχή του αποκλειστικά στη «φώτιση» και δεν ασχολείται με άλλα επιμέρους θέματα και ερμηνείες … Το Ζεν δεν έχει ούτε διδασκαλία, ούτε φιλοσοφία. Δεν διαθέτει «πιστεύω» ούτε δόγματα. Υποστηρίζει πως ο γνήσιος πνευματικός του χαρακτήρας θεμελιώνεται ακριβώς στην απόλυτη ελευθερία του νου. … Να μια τετράστιχη περιγραφή του  Ζεν:

Ιδιαίτερος τρόπος μετάδοσης, χωρίς κείμενα.
Χωρίς καμία βάση πάνω στις λέξεις και τα γράμματα.
Άμεση μετάδοση κατευθείαν στον ανθρώπινο νου.
Πίστη για την ικανότητα του καθενός να γίνει Βούδας.    

Το ιδανικό του Ζεν είναι να ζει κανείς τη ζωή του αυθόρμητα και φυσικά. Όταν ζήτησαν κάποτε από τον Πο Τσανγκ να καθορίσει το Ζεν, εκείνος απάντησε: «Να τρως όταν πεινάς και να κοιμάσαι όταν είσαι κουρασμένος». Όπως όλα στο Ζεν, έτσι και το νόημα της παραπάνω φράσης μοιάζει εύκολο, ενώ στην πραγματικότητα είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Το ν’ αποκτήσει κανείς την αρχική του παιδική φυσικότητα απαιτεί ιδιαίτερη εξάσκηση, και το αποτέλεσμα θεωρείται σαν ένας μεγάλος πνευματικός θρίαμβος. Ένας περίφημος αφορισμός του  Ζεν λέει:

Πριν μελετήσεις το Ζεν, τα βουνά είναι βουνά και τα ποτάμια
ποτάμια. Όταν αρχίζεις να μελετάς το Ζεν, τα βουνά δεν είναι
πια βουνά, κι ούτε τα ποτάμια ποτάμια. Αλλά όταν
αποκτήσεις τη φώτιση, τα βουνά ξαναγίνονται βουνά και
τα ποτάμια ποτάμια.

Στη σύγχρονη Ιαπωνία υπάρχουν δύο κύριες σχολές του Ζεν. Οι διαφορές τους βρίσκονται μόνο στη μέθοδο διδασκαλίας. … και οι δύο σχολές δίνουν μεγάλη σημασία στο ζαζέν, τον καθιστό διαλογισμό. … Η σωστή στάση κι η σωστή αναπνοή είναι τα δύο βασικά στοιχεία της διαλογιστικής αυτής μορφής, που πρέπει να μάθει από την αρχή κάθε σπουδαστής του Ζεν.

Η άποψη του Ζεν πως η «φώτιση» εκδηλώνεται από μόνη της μέσα στην καθημερινή ζωή είχε σαν αποτέλεσμα να επηρεάσει έντονα κάθε εκδήλωση του παραδοσιακού τρόπου ζωής της Ιαπωνίας. Και η επίδραση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στο χώρο της τέχνης, στην ζωγραφική, την καλλιγραφία, του σχεδιασμού των κήπων κ.τ.λ., αλλά επεκτείνεται στις τελετουργικές δραστηριότητες, όπως το σερβίρισμα του τσαγιού και η τακτοποίηση των λουλουδιών σ’ ένα βάζο, για να καταλήξει στις πολεμικές τέχνες, όπως η τοξοβολία, η ξιφασκία και το τζούντο. Κάθε μία από τις παραπάνω δραστηριότητες ονομάζεται Ντο, που είναι η ιαπωνική μετάφραση του Τάο και αναγνωρίζεται σαν ένας από τους πολλούς «δρόμους» που οδηγούν στη φώτιση … Όλες αυτές οι τέχνες είναι εκφράσεις του αυθορμητισμού, της απλότητας και της καθολικής συμμετοχής του νου στη δεδομένη πράξη, που προσδιορίζουν ταυτόχρονα τον τρόπο ζωής του Ζεν. Όλες τους απαιτούν μια τεχνική τελειότητα, αλλά η αυτοπραγμάτωση έρχεται όταν η τεχνική παύει να είναι συνειδητή και ολοκληρώνεται αυθόρμητα, υπακούοντας στις ορμές του ασυνειδήτου, σαν «μια τέχνη δίχως τέχνη».


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΩΡΟΡΑ, 1982, σελ. 128-133)

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Η κατάσταση Πασκάλ


Το Μια νύχτα με τη Μοντ (Ma nuit chez Maude, 1969), από τις κορυφαίες ταινίες του Ερίκ Ρομέρ γενικότερα, αποτελεί τον τέταρτο από τους «Έξι Μύθους Περί Ηθικής». Πρόκειται για μια «περιπέτεια της σκέψης», όπου οι τρεις πρωταγωνιστές - ο μαρξιστής καθηγητής, ο καθολικός μηχανικός και η Μοντ μιλούν ατελείωτα για την πίστη, το Θεό, τον έρωτα, την ηθική και τη φιλοσοφία. 

Σε μια χαρακτηριστική σκηνή ο μαρξιστής καθηγητής και μελετητής του αιρετικού καθολικού Pascal εξακολουθεί να πιστεύει στην ιστορική αναγκαιότητα αλλά ήδη έχει παρεκκλίνει προς μια μεταφυσική της ερμηνεία μέσα απ’ την έννοια της μαθηματικής προσδοκίας:

Μαρξιστής καθηγητής: Αμφιβάλω ότι η ιστορία έχει λογική. Στοιχηματίζω και βρίσκομαι σε κατάσταση Πασκάλ. Υπόθεση Α: η κοινωνική ζωή δεν έχει νόημα. Υπόθεση Β: η ιστορία έχει νόημα. Δεν είμαι σίγουρος ότι η υπόθεση Β είναι πιο σωστή. Ας πούμε ότι έχει 10% πιθανότητες … ενώ η υπόθεση Α, 90%. Παρ’ όλα αυτά, θα στοιχηματίσω υπέρ της Β … γιατί είναι η μόνη που μου επιτρέπει να ζω. Αν στοιχηματίσω για την Α και επιβεβαιωθεί η Β … τότε έχω χάσει εντελώς τη ζωή μου. Άρα πρέπει να διαλέξω τη Β γιατί δικαιολογεί τη ζωή μου. Έχω 90% πιθανότητα να κάνω λάθος, μα δεν έχει σημασία.

Καθολικός μηχανικός: Αυτή είναι η μαθηματική προσδοκία. Η υπόθεση Β έχει λίγες πιθανότητες … αλλά το κέρδος είναι άπειρο, γιατί είναι η ζωή σου.