Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Όνειρα και ψυχική ζωή του ανθρώπου

Πραγματικά τα όνειρα είναι ένα φαινόμενο που σ' όλες τις εποχές απασχόλησε πολύ τη σκέψη των ανθρώπων. Όπως οι ονειροπολήσεις είναι φαινόμενα που συνοδεύονται από την επιθυμία του ανθρώπου να προβλέψει και εμφανίζονται όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να χαράξει και να βαδίσει με σιγουριά ένα δρόμο προς το μέλλον, το ίδιο είναι και τα όνειρα της νύχτας. Η διαφορά που κάνει εντύπωση είναι ότι τα ονειροπολήματα τα καταλαβαίνει κανείς έστω και με κόπο, ενώ αυτό είναι σπάνιο στα όνειρα. [...] Τα όνειρα μας προσφέρουν σημαντική βοήθεια στην έρευνα της ψυχικής ζωής του ανθρώπου, […]           

Από πολύ παλιά υπάρχει η γνώμη ότι από τα όνειρα μπορεί κανείς να βγάλει συμπεράσματα για την ψυχική ζωή των ανθρώπων. Ο Λίχτενμπεργκ, ένας σύγχρονος του Γκαίτε, είπε κάποτε ότι μπορεί κανείς να συμπεράνει από τα όνειρα τη φύση και τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου πολύ καλύτερα παρά από τα λόγια και τη συμπεριφορά του. Αυτό βέβαια είναι κάπως υπερβολικό και μεις που έχουμε τη γνώμη ότι τα μεμονωμένα φαινόμενα πρέπει να χρησιμοποιούνται με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή και να ερμηνεύονται μόνο σε σχέση με άλλα φαινόμενα, θα βγάλουμε από τα όνειρα ενός ανθρώπου συμπεράσματα για τον χαρακτήρα του, μόνο όταν μπορούμε να βρούμε και κάπου αλλού ένα στήριγμα για την άποψη που αποκομίσαμε από την εξέταση ενός ονείρου.

Η έρευνα των ονείρων έχει μια πολύ παλιά ιστορία. Διάφορα στοιχεία από την εξέλιξη του πολιτισμού και τις παρακμές του, κυρίως οι μύθοι και οι παραδόσεις, μας επιτρέπουν τη σκέψη ότι τον παλιό καιρό οι άνθρωποι ασχολήθηκαν περισσότερο από ό,τι σήμερα με τα όνειρα. […]

Είναι οπωσδήποτε εντυπωσιακό ότι διατηρήθηκε ως τις μέρες μας η τάση να αποδίδεται στα όνειρα ιδιαίτερη σημασία σε σχέση προς το μέλλον.

Εδώ μόνο που θ' αγγίξουμε την περίπτωση των φαντασιόπληκτων εκείνων, οι οποίοι φτάνουν στο σημείο να κατευθύνονται από τα όνειρά τους. Ένας από αυτούς τους ασθενείς μας είχε αρνηθεί κάθε τίμιο επάγγελμα και έπαιζε στο χρηματιστήριο. Κανόνιζε το παίξιμό του ανάλογα με το όνειρο που κάθε φορά έβλεπε. Μπορούσε μάλιστα να παρουσιάσει και ιστορική απόδειξη ότι τα γεγονότα στρέφονταν ενάντια, αν καμιά φορά δεν ακολουθούσε το όνειρο. Είναι φανερό ότι δε θα ονειρευόταν τίποτε άλλο, παρά μονάχα αυτό που κι όταν ήταν ξυπνητός αποτελούσε το αντικείμενο της μόνιμης προσοχής του, ότι το όνειρο δεν είναι παρά ένας υπαινιγμός σ' αυτά που τόσο καλά γνωρίζει. Για πολύ καιρό μπορούσε να ισχυρίζεται ότι κάτω από την επίδραση των ονείρων του κέρδισε πάρα πολλά. Ωστόσο ύστερα από αρκετό καιρό δήλωσε ότι δε θα εμπιστευόταν πια καθόλου τα όνειρα και τούτο γιατί τα είχε χάσει όλα. Φυσικά αυτό μπορεί να γίνει και χωρίς όνειρο και δε βρίσκουμε τίποτε που να μας κάνει να πιστέψουμε ότι πρόκειται για θαύμα. Ένας άνθρωπος που ασχολείται έντονα με τα προβλήματά του δε βρίσκει ησυχία ούτε τη νύχτα. Μερικοί δεν κοιμούνται καθόλου και όλο σκέφτονται, άλλοι ναι μεν κοιμούνται, όμως και στα όνειρά τους περιτριγυρίζονται από τα προβλήματα και τα σχέδιά τους.

Αυτό που διαδραματίζεται την ώρα του ύπνου στον κόσμο των σκέψεών μας με τόσες παράδοξες μορφές, δεν είναι άλλο παρά η γέφυρα της προηγούμενης προς την επόμενη μέρα. Αν λοιπόν γνωρίζουμε πώς ένας άνθρωπος κατά τα άλλα παίρνει θέση στη ζωή, πώς συνηθίζει να χτίζει αυτή τη γέφυρα προς το μέλλον, θα μπορέσουμε επίσης να καταλάβουμε και το αξιοπερίεργο αυτό χτίσιμο στο όνειρο και να βγάλουμε συμπεράσματα. Η τοποθέτηση λοιπόν απέναντι στη ζωή είναι η βάση που πάνω της χτίζεται το όνειρο.

[…] Δεν έχει σημασία με ποιο υλικό εξωτερικεύεται ο κόσμος των σκέψεων και των συναισθημάτων του ανθρώπου στη διάρκεια του ονείρου, με ποιο υλικό δίνει έκφραση στο πρόβλημά του. Φτάνει να τον βοηθά αυτό το υλικό να εκφραστεί με οποιοδήποτε τρόπο. Στο όνειρο προδίδεται το πρόβλημα της ζωής ενός ανθρώπου με τρόπο αλληγορικό. […]

Για το κλείσιμο του θέματος θα αναφέρουμε ένα όνειρο που διηγήθηκε ο Κικέρων και είναι από τα πιο φημισμένα προφητικά όνειρα: Ο ποιητής Σιμωνίδης, που κάποτε βρήκε στην άκρη του δρόμου εγκαταλειμμένο το πτώμα ενός αγνώστου και φρόντισε να του γίνει μια αξιοπρεπής ταφή, όταν αργότερα ήταν έτοιμος να πραγματοποιήσει ένα ταξίδι με πλοίο, προειδοποιήθηκε στο όνειρό του από τον ευγνώμονα νεκρό ότι αν ταξίδευε θα έχανε τη ζωή του σε ναυάγιο. Έτσι ο Σιμωνίδης δεν πραγματοποίησε το ταξίδι, ενώ όσοι ταξίδεψαν χάθηκαν. Όπως αναφέρεται, το περιστατικό αυτό σε σχέση με το όνειρο προκάλεσε για αιώνες τεράστιο ενδιαφέρον και βαθιά εντύπωση. Αν θελήσουμε να πάρουμε θέση πάνω σ' αυτό το περιστατικό, θα πρέπει πριν απ' όλα να λάβουμε υπόψη μας ότι την εποχή εκείνη ναυαγούσαν πάρα πολλά πλοία και ακόμη πως εξαιτίας αυτού του γεγονότος ασφαλώς πάρα πολλοί άνθρωποι θα ονειρεύονταν να αποφύγουν ένα ταξίδι και ότι ανάμεσα σε όλα τούτα τα όνειρα αυτό παρουσιάζει μια τέτοια σύμπτωση ονείρου και πραγματικότητας, ώστε να μείνει στην ιστορία. Είναι ευνόητο ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν μια τάση να κυνηγούν μυστηριώδεις υποθέσεις και μια ιδιαίτερη αδυναμία για τέτοιου είδους ιστορίες. Εμείς θα εξηγήσουμε απλά το όνειρο ως εξής: Ο ποιητής μας φροντίζοντας για την προσωπική του καλοπέραση δεν είχε δείξει ποτέ ιδιαίτερη προθυμία να πραγματοποιήσει αυτό το ταξίδι. Όταν πλησίασε η αποφασιστική στιγμή, χρειάστηκε μια ενίσχυση. Έφερε λοιπόν κοντά του τον νεκρό που τώρα έπρεπε να του δείξει την ευγνωμοσύνη του. Το ότι δεν ταξίδεψε είναι ευκολονόητο. Αν δεν είχε ναυαγήσει το καράβι, ο κόσμος μάλλον δε θα είχε μάθει τίποτε απ' όλη αυτή την ιστορία. Μαθαίνουμε μονάχα όσα πράγματα φέρνουν μια ταραχή στον νου μας και μας κάνουν να υποψιαζόμαστε ότι ανάμεσα στον ουρανό και τη γη κρύβεται περισσότερη σοφία από όση μπορούμε να ονειρευτούμε. Το προφητικό στοιχείο στο όνειρο εξηγείται μονάχα με το γεγονός ότι και τα δυο, δηλαδή το όνειρο και η πραγματικότητα, περιέχουν μια και την αυτή τοποθέτηση ενός ανθρώπου. Σε σκέψεις μας βάζει ακόμη το περιστατικό ότι δεν είναι τόσο απλό να καταλάβουμε όλα τα όνειρα, στην πραγματικότητα τα λιγότερα. Είτε ξεχνούμε αμέσως το όνειρο είτε, κι αν μας αφήνει μια ορισμένη εντύπωση, συνήθως δεν καταλαβαίνουμε τι κρύβεται πίσω απ' αυτό, έστω και αν συμπτωματικά έχουμε μάθει τη σημασία των ονείρων. Επίσης και γι' αυτά τα όνειρα ισχύει αυτό που είπαμε παραπάνω: ότι το όνειρο αποδίδει αλληγορικά και με συμβολικό τρόπο τη γραμμή κίνησης ενός ανθρώπου. Η βασική σημασία μιας αλληγορίας είναι ότι μας μπάζει σα συμπαίκτες σε μια κατάσταση. Αν μας απασχολεί η λύση ενός προβλήματος και αν η προσωπικότητά μας κλίνει προς μια ορισμένη κατεύθυνση τότε εμπειρικά αναζητούμε μια παρακίνηση. Το όνειρο είναι ιδιαίτερα κατάλληλο να ενισχύσει τη διάθεση και τον ενθουσιασμό που χρειάζεται κανείς για να λύσει ένα πρόβλημα. Αυτή την πραγματικότητα δεν την αλλάζει καθόλου το γεγονός ότι ο ονειρευόμενος δεν καταλαβαίνει αυτό τον συσχετισμό. Φτάνει που έχει το υλικό και την παρακίνηση. Το όνειρο με οποιοδήποτε τρόπο θα σημειώσει τα ίχνη, μέσα στα οποία θα αποτυπωθεί η νοητική δραστηριότητα του ονειρευόμενου∙ δηλαδή θα υπαινιχθεί τη γραμμή κίνησής του. Είναι σαν τον καπνό που δείχνει ότι κάπου υπάρχει φωτιά. Ένας άνθρωπος με πείρα θα βγάλει ακόμη και από τον καπνό συμπέρασμα για το ξύλο που καίγεται.

Ανακεφαλαιώνοντας μπορούμε να πούμε ότι το όνειρο φανερώνει πως ο ονειρευόμενος βασανίζεται από κάποιο πρόβλημα της ζωής καθώς και με ποιο τρόπο τοποθετείται απέναντι στο πρόβλημα αυτό. Φανερώνονται ιδιαίτερα ή τουλάχιστο μπορούν να αναγνωριστούν στο όνειρο από τα ίχνη τους οι δυο παράγοντες, οι οποίοι και στην πραγματική ζωή επηρεάζουν τη θέση του ονειρευόμενου απέναντι στο περιβάλλον: το κοινωνικό αίσθημα και η επιδίωξή του για εξουσία. 


(Εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1971, σ. 38, 61-66)

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Το έργο του Αριστοτέλη

Το συγγραφικό έργο του Αριστοτέλη και με τον όγκο του μόνο είναι καταπληκτικό. […] Από τα σωζόμενα έργα του τα σπουδαιότερα είναι τα εξής:
  1. Σχετικά με τη Λογική: Αναλυτικά Πρότερα, Αναλυτικά Ύστερα, Τοπικά, Σοφιστικοί Έλεγχοι
  2. Σχετικά με τη Φυσική: Φυσικά ή Φυσική Ακρόασις, Περί Ουρανού, Περί γενέσεως και φθοράς, Μετερεολογικά∙
  3. Σχετικά με τη Βιολογία: Περί ζώων ιστορίας, Περί ζώων μορίων, Περί πορείας, Περί ζώων κινήσεως, Περί ζώων γενέσεως
  4. Σχετικά με τη Ψυχολογία: Περί ψυχής, Περί αισθήσεως και αισθητών, Περί μνήμης και αναμνήσεως, Περί ύπνου και εγρηγόρσεως∙
  5. Σχετικά με τη Μεταφυσική ή Πρώτη Φιλοσοφία: Μετά τα φυσικά∙
  6. Σχετικά με την Ηθική: Ηθικά Ευδήμεια, Ηθικά Νικομάχεια
  7. Σχετικά με τη Πολιτική: Πολιτικά, Αθηναίων Πολιτεία.
Στον Αριστοτέλη αναγνωρίζεται κατ’ εξοχήν η αποφασιστική συμβολή στη δημιουργία της Λογικής. Γεγονός είναι ότι αυτός αναδιερεύνησε κριτικά, συμπλήρωσε και αποφάσισε τις σχετικές με το λογικό στοχασμό ανακαλύψεις των πριν απ’ αυτόν Ελλήνων φιλοσόφων, τις προσαύξησε με ιδικές του και συστηματοποίησε το σύνολό τους, ώστε να συγκροτήσει με αυτό αρτιωμένη φιλοσοφική επιστήμη. Έτσι γεννήθηκε η Λογική, που έμελε να επιβληθεί επί αιώνες ως πνευματικό αγαθό της ανθρωπότητας, και μάλιστα ως επιστήμη “κλειστή και ολοκληρωμένη” ήδη με τη δημιουργία της από τον Αριστοτέλη, όπως έγραψε ο Καντ.

Ολιγότερο τιμάται σήμερα η Φυσική του Αριστοτέλη, αν και σπουδαιοτάτη. Αντικείμενο της είναι τα όντα, όσα υπάρχουν φύσει, δηλαδή έχουν μέσα τους αρχή κινήσεως και στάσεως είτε κατά χώρον είτε κατ’ αύξηση και φθίση είτε κατ’ αλλοίωση. Τέτοια είναι τα ζώα και τα μέρη τους και τα φυτά και τα απλά σώματα, γη, πυρ, αέρας, ύδωρ. Τα απλά αυτά σώματα χρησιμεύουν ως αφετηρίες για να εξηγηθούν οι μεταβολές των φθαρτών, “υπό τη σελήνη”, φυσικών όντων, χωρίς όμως να υποτίθεται αυστηρή αιτιοκρατία. Η φύση, άλλωστε, θεωρείται όχι ως εξισωτέα με την ύλη, αλλά και ως δαιμονία και θεία

Για να θεμελιώσει θεωρητικά την προβληματική της Φυσικής μελέτησε ο Αριστοτέλης, με λογισμό συχνά μαθηματικό, το άπειρο, τον χώρο (τόπον), το κενό, τον χρόνο, το συνεχές, την κίνηση, τη δύναμη, και διαμόρφωσε τολμηρές θεωρίες, όπως ιδιαίτερα η σχετική με τον χρόνιο, που έμελλαν να επηρεάσουν γόνιμα εκπροσώπους μεγάλους της νεώτερης φυσικής είτε Φιλοσοφίας, καθώς π.χ. τον Νεύτωνα, τον Χούσερλ, τον Μπερξόν. Αξιοσημείωτο είναι ότι θεωρούσε όχι απίθανη τη θεωρία για το σφαιρικό σχήμα της υδρογείου. Σχετικό χωρίο του έργου του Περί ουρανού (298a 6-12) ενθάρρυνε τον Κολόμβο να πλεύσει προς τις Ινδίες με κατεύθυνση προς δυσμάς.

Για τη συμβολή του Αριστοτέλη στην ανάπτυξη της βιολογίας έχουν εκφραστεί με θαυμασμό κορυφαίοι νεότεροι εκπρόσωποί της. Ο Δαρβίνος χαρακτήρισε τον Λινναίο ως απλό μαθητή συγκριτικά με τον Αριστοτέλη. Στα βιολογικά έργα του Έλληνα φιλοσόφου μνημονεύονται πεντακόσια είδη ζώων, υπάρχουν γνώσεις πλουσιότατες συγκριτικής ανατομίας και εμβρυολογίας, όπως και θεωρήματα φυσιολογίας, πρωτοπαρουσιάζεται η έννοια του “οργανισμού”, ερμηνεύεται η γένεση της Ζωής, τελεολογικά, με κύρια έννοια την εντελέχειαν.

Στην ψυχολογία ο Αριστοτέλης υπήρξε πρόδρομος θεωρητικών τάσεων, που εμφανίστηκαν στους νεώτερους χρόνους, από τους ιδρυτές π.χ. της μορφολογικής ψυχολογίας και της συνειρμικής ψυχολογίας είτε ήδη από τον Καντ και τον Φίχτε. Κύριες έννοιες της ψυχολογίας του είναι τα πάθη, οι δυνάμεις και οι έξεις, η αίσθησις, η όρεξις, και ο νους, η επιθυμία και η βούλησις.

Η ηθική του Αριστοτέλη διαμορφώθηκε με κριτική επεξεργασία των ηθικών δοξασιών του λαού και των σοφών της Ελλάδος και προσαρμογή τους κάπως στην ψυχολογία του και στη μεταφυσική του και με φιλοσοφική διερεύνηση της πρακτικής λειτουργίας του ανθρώπου. Κύριες έννοιες της ανοιχτής αυτής ηθικής είναι το αγαθό, η ευδαιμονία, η αρετή και η προαίρεση, έννοια που έχει προϋπόθεση την πρακτική ελευθερία του ανθρώπου. Η ευδαιμονία ορίζεται ως ψυχής ενέργεια κατ’ αρετήν τελείαν, άρα ως κάτι συναρτημένο με την ελευθερία, παρουσιάζεται όμως και ως εξαρτημένη από την κατάσταση του ανθρώπου, την προσδιορισμένη από τις περιστάσεις της ζωής του.

Κλασική είναι η πολιτειολογία του Αριστοτέλη. Με το θεώρημα ότι ο άνθρωπος είναι ζώον πολιτικόν από τη φύση του παρουσιάζεται η πολιτική κοινωνία ως κάτι όχι τεχνητό, αλλά συνυφασμένο προς τη φύση του ανθρώπου. Με το αίτημα για το κοινή συμφέρον των πολιτών, ως υπέρτατο κριτήριο αξιολογίας των πολιτειών, προβάλλεται η σύμφυση της πολιτικής κοινωνίας προς την πραγμάτωση του δικαίου και η ουσιαστική διάκριση του ορθού και των μη ορθών πολιτειών.

Από τον ύστερο Μεσαίωνα η πολιτειολογία του Αριστοτέλη διαδόθηκε στη Δυτική Ευρώπη ευρύτατα και επηρέασε δυναστικά τη διαμόρφωση της πολιτειολογίας της. Έτσι έννοιες και θεωρίες της νεότερης πολιτειολογίας, όπως το κράτος, ο νόμος, το πολίτευμα, ο πολίτης, η πολιτική ως αρχιτεκτονική επιστήμη και ωε τέχνη του δυνατού, η διάκριση των εξουσιών, οι τυπικές μορφές του πολιτεύματος, ο ανταγωνισμός πλουσίων και φτωχών, έχουν εμφανέστατη προέλευση από την πολιτειολογία του Αριστοτέλη.

Θέματα δικαίου, αλλά και λογικής, πραγματεύεται ο Αριστοτέλης στη Ρητορική του, έργο με κύριο θέμα τη ρητορική τέχνη, που επηρέασε πολύ τους νεότερους και που ακόμη στην εποχή μας εμπνέει ορισμένες τάσεις της σύγχρονης Λογικής. Εξάλλου, το μερικά διασωσμένο έργο του Ποιητική, όπου κύριο θέμα είναι η καλλιτεχνική δημιουργία, εννοημένη ως μίμηση του είδους με σχήματα, χρώματα, ήχους, κινήσεις, λέξεις, άσκησε μεγάλη επίδραση, από την Αναγέννηση και ύστερα, στην παγκόσμια φιλολογία, και προπάντων με τον ορισμό της τραγωδίας, που οι καταληκτικές λέξεις του παθημάτων κάθαρσιν απασχόλησαν ζωηρά το πνεύμα πολλών μεγάλων ποιητών και φιλολόγων.

Κορυφαίο έργο του Αριστοτέλη είναι τα σπουδαιότατα Μεταφυσικά του, με κύριο θέμα το οντολογικό πρόβλημα, παρουσιασμένο άλλωστε ως ανεξάντλητη απορία του ανθρώπου. Στο θεμελιακό αυτό έργο της φιλοσοφίας, που έστω με παραλλαγές του έθρεψε την αραβική φιλοσοφία και στέγασε φιλοσοφικά τον ύστερο Μεσαίωνα και εξακολουθεί να υποστηρίζει ως σήμερα τη φιλοσοφική διδασκαλία της Καθολικής Εκκλησίας, ο Αριστοτέλης πρόβαλε θεωρίες και δημιούργησε έννοιες, που έμειναν κτήματα εσαεί της φιλοσοφίας. Εκτός από άλλα επινόησε τα ενταγμένα σήμερα στη γλώσσα πολιτισμού εννοιακά ζεύγη είδος (μορφή) και ύλη, δύναμις και ενέργεια, που το πρώτο εκφράζει τη σύσταση του κάθε υπαρκτού όντος προς την πραγμάτωσή του. […]

Κων/νος Δεσποτόπουλος, Αριστοτέλους βίος και λόγος.

Από τα πρακτικά του έκτου Πανελλήνιου συνεδρίου: Ο Αριστοτέλης και η σύγχρονη εποχή. 

(Ιερισσός, 19-21 Οκτωβρίου 2001, σ. 119-121)

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Η στρατηγική της κότας




Το σκίτσο προέρχεται από το βιβλίο του Άγγελου Ροδαφηνού: Οι ηλίθιοι είναι ανίκητοι ... και καταφέρνουν πάντοτε να μας χαλάνε την ημέρα.

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Το Ελληνικό Ιδεώδες στη Μουσική και στη Λογοτεχνία

Στις 7 Φεβρουαρίου 1945 ο Θίασος Μανωλίδου-Αρώνη-Χορν ανέβασε στο θέατρο Πάνθεον τη «Δωδεκάτη Νύχτα» του Σαίξπηρ. Για να πλαισιωθεί το ανέβασμα τούτο και να γνωρίσει το Αθηναϊκό κοινό καλύτερα το έργο και τον ποιητή του, ο Θίασος οργάνωσε και μιαν «Εβδομάδα του Σαίξπηρ», όπου παρακλήθηκαν να μιλήσουν διάφοροι Άγγλοι, Έλληνες και ένας Αμερικανός ομιλητής για θέματα σχετικά με την παράσταση. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από τη διάλεξη του συνταγματάρχη M. Lubbock με τίτλο «Το Ελληνικό Ιδεώδες στη Μουσική και στη Λογοτεχνία».

[…] Διάλεξα «το Ελληνικό Ιδεώδες στη Μουσική και στη Λογοτεχνία». Και τούτο, γιατί έκλεινε τις δύο μεγάλες μου αγάπες – τη μουσική και τα αρχαία ελληνικά ιδανικά. […] το πρώτο Ελληνικό ιδεώδεςτο πάθος των Ελλήνων για την ενότητα και την αρμονία. Η ομορφιά για κείνους είταν κάτι που επηρέαζε το σύνολο της ζωής, και μπορούσε μα και έπρεπε να υφανθεί μέσα στο πανί της κάθε της εκδήλωσης. Δεν είταν ζήτημα διαχωρισμού της μουσικής, της γλυπτικής και της λογοτεχνίας σε τμήματα της ζωής ενός ανθρώπου, όπου αυτός μονάχα θα μπορούσε να δεχτεί την επίδραση της ομορφιάς τους. Ένας από τους μεγάλους μας κλασσικούς συγγραφείς, ο Sir Richard Livingstone, έκανε μια πολύ αληθινή κριτική του Εγγλέζου και της στάσης που κρατάει απέναντι στις τέχνες. Μιλάει για τον κοινό Εγγλέζο που πηγαίνει σ’ ένα κονσέρτο, ακούει μια συμφωνία του Μπραμς, μεθάει από την ομορφιά και το αίσθημά της, κι’ εμψυχώνεται και φτερώνεται με τον πιο γνήσιο τρόπο. Ύστερα φεύγει από την αίθουσα και γυρίζει στο απαίσιο σπίτι του, όπου αφιερώνεται σε κούφιες συζητήσεις […] πάει το άλλο πρωί στο γραφείο του και κρεμάει το καπέλο του στην είσοδο, κρεμάει μαζί και τα λεπτότερα του αισθήματα, λέγοντας και κάνοντας ολόκληρη τη μέρα πράματα που είναι ολότελα αντίθετα με τη διάθεσή που είχε την περασμένη βραδιά. Το να ξεχνάμε την καθολικότητα που έχουν οι μεγάλες ιδιότητες της αλήθειας και της ομορφιάς, αυτό είναι που κάνει τη ζωή τόσο γυμνή και την τέχνη τόσο ψεύτικη. Μονάχα όταν η μουσική, η ποίηση, και οι άλλες μορφές της δημιουργικής τέχνης θεωρηθούνε σα μέσο που οδηγούν στη σοφία και σαν περιπέτεια στην αναζήτηση της αλήθειας, τότε βρίσκονται στο πλαίσιο που τους αρμόζει και κρίνονται με την αληθινή τους αξία.

Απ’ αυτό το πάθος να συντεριαστούν τα μέρη σ’ ένα ενιαίο συνεπές σχέδιο βγαίνει η δεύτερη Ελληνική ιδιότητα, η ευθύτητα. Από την επιθυμία που είχαν να επιτύχουν μια τελειότητα του συνόλου δημιουργήθηκε κι ο ενθουσιασμός που τους οδήγησε ίσια στο ιδανικό τους: Είδαν τ’ αστέρι τους να λάμπει πέρα μακριά, και τράβηξαν κατά κει, αδιαφορώντας για γνώμη του κόσμου, μόδα και δυσκολίες. Είχαν την πνευματική ακεραιότητα, που δεν τους άφηνε να συμβιβαστούν μήτε και να αποπλανηθούν από προκατάληψη ή προσωπικό συμφέρον. […]

Οι Έλληνες μοιραία είχαν την ιδιότητα της ανιδιοτέλειας. Ακολουθούσαν το ιδανικό τους για χάρη μόνο αυτού του ίδιου και όχι για άλλο λόγο. Δεν νοιάζονταν για τα πρακτικά αποτελέσματα της δημιουργίας τους, ούτε για τις γνώμες των άλλων ανθρώπων, ούτε για προσωπικό κέρδος. Είταν αληθινά η ανιδιοτελής αναζήτηση της αλήθειας, ο γεμάτος αυταπάρνηση αγώνας για το ιδανικό τους που τους έκανε τέτοιους μεγάλους καλλιτέχνες. […]

Όταν ο άνθρωπος έχει δει τ’ αστέρι κι’ έχει τάξει τον εαυτό του για ένα ταξίδι κατά κει, πρέπει κι’ άλλα δύο Ελληνικά προτερήματα ν’ αποκτήσει. Το πρώτο είναι η πολυμέρεια το δεύτερο η απλότητα. Ο αληθινός καλλιτέχνης είναι στα γούστα του πλατύς και καθολικός και νοιάζεται για την ομορφιά στην κάθε της εκδήλωση, δίχως μόδας ή συνήθειας περιορισμούς, έτοιμος να βρει τ’ όνειρό του όπου κι’ αν τύχει. Είναι τόσοι άνθρωποι που περιφρονούν το μικρό και μόνο στο μεγάλο νομίζουν πως θα βρουν την ομορφιά. Υπάρχει, δίχως αμφιβολία, τόση τέχνη σ’ ένα παιδικό τραγουδάκι όσο και σ’ ένα περίφημο κονσέρτο. Μπορεί να στέκεται σε κατώτερη βαθμίδα και νάχει απλούστερη μορφή. Ωστόσο ένα λαϊκό τραγούδι, μπορεί να είναι τόσο τέλειο στα λόγια και στη λεπτότητα της μελωδίας όσο και μια μελωδία του Μπράμς […]

Μόνο με την αγάπη της απλότητας μπορούμε να βρούμε τη μεγάλη αλήθεια και την ομορφιά. Το «μεγάλο» δεν είναι απαραίτητα τόσο πολύπλοκο όσο οι «αριστοκράτες του πνεύματος» θέλουν να το πιστεύουμε. […] Γιατί αν είναι αλήθεια πως υπάρχει μια καθολική αξία στην ομορφιά, τότε μπορεί αυτή την ομορφιά να την αναγνωρίζει και να την εκτιμά κάθε απλό ανθρώπινο μυαλό.

Ίσως μας βοηθάει καμιά φορά να ξεχωρίζουμε τα κύρια σημεία ενός έργου τέχνης για να δούμε τι πρέπει να προσέξουμε. […] Στη μουσική η πρώτη ιδιότητα είναι ο ρυθμός. Ο ρυθμός είναι ο κυματισμός και η κίνηση, το πάθος που δίνει ζωή στη μουσική και που πάνω του πρέπει να χτιστούν όλα τα’ άλλα. Ύστερα έρχεται η μελωδία που εκφράζει, ας πούμε, το νόημα της μουσικής. […] Δεν νιώθουμε την επίδρασή της με τη λογική του μυαλού μα με τη συγκίνηση της καρδιάς. […] Ύστερα έρχεται η αρμονία, που θα την έλεγα φορεσιά ή στολίδι για το θέμα. Πλουτίζει τη μελωδία, δημιουργεί αντίθεση και χρώμα στο πλαίσιο, και με τον τρόπο αυτό μπορεί να δυναμώσει την εντύπωση και να κάνει το θέμα να δεσπόζει. Πρέπει όμως πάντα να θυμόμαστε πως βρίσκεται υποταγμένη στη μελωδία.

Τέλος έρχεται η ιδιότητα εκείνη που χωρίς αυτή όλα τα άλλα είναι μάταια και νεκρά, μια ιδιότητα που είναι αδύνατο να την περιγράψουμε και πρέπει να αρκεστούμε σε μια λέξη: «ισορροπία». Η ισορροπία δένει τα μέρη ανάμεσά τους με την αναλογία που τους ταιριάζει και δίνει στο σύνολο ευγένεια και μέτρο. […]

Τις ίδιες αυτές ιδιότητες μπορούμε θαρρώ να τις αποδώσουμε, δίχως πολύ να πλαταίνουμε το νόημα των λέξεων, και στην ποίηση. Ρυθμός δεν είναι, βέβαια, το μέτρο και ο τονισμός, αλλά οι λεπτές αλλαγές στη ροή και στην κίνηση του στίχου, που δίνουν ζωντάνια στις λέξεις. Η μελωδία είναι το θέμα, πιο εύκολο για περιγραφή στην ποίηση παρά στη μουσική, γιατί χρησιμοποιεί ένα μέσο που μπορεί να εκφράσει λογικά νοήματα. Η αρμονία βρίσκεται στις λέξεις που υφαίνουν το θέμα. Μια σκέψη γεμάτη αλήθεια και ειλικρίνεια μπορεί να εκφραστεί με τις πιο άχρωμες και πεζές λέξεις και έτσι να δώσει νόημα ελάχιστο και εντύπωση καμία. Ντύσε την όμως με λέξεις του Σαίξπηρ και ξεπετιέται αμέσως ολοζώντανη, όχι μονάχα γιατί η εντύπωση που δίνει είναι πιο ζωηρή, μα και γιατί η επίδραση της ομορφιάς της ανοίγει το νου και την καρδιά του ακροατή σε μια βραδύτερη εκτίμηση και αγάπη.

Μου επιτρέπετε να τελειώσω λέγοντας σας τρεις Ελληνικές λέξεις […] αυτές στέκονται ο μεγάλος ο μεγάλος μου οδηγός για ότι σκέπτομαι και κάνω. Είναι τ’ αστέρια που μας δείχνουν το δρόμο και μας χρειάζονται, όπως πιστεύω, τόσο πολύ σε κάθε στιγμή της ζωής μας, όχι μόνο στη μουσική και στην τέχνη. Η πρώτη λέξη, «αρετή». Είναι κάθε τι το καλό σ’ ένα πράγμα που έχει τη δικιά του ιδιαίτερη αξία. Για το νόημα όμως που θέλω να αποδώσω, προτιμώ τη λέξη «τελειότητα». Είναι η κατάσταση που θα τη φτάσει το κάθε τι, αν θέλει να εκφράσει το πραγματικό είναι του. Θυμάστε τι είπε ο Σωκράτης για τη «θεία ιδέα». Όλα τα επίγεια πήραν μορφή σύμφωνα μ’ αυτήν και πρέπει να προσπαθούν πάντα να τη φτάσουν. Τούτο στάθηκε το μεγάλο ιδανικό που φώτιζε τις σχέσεις των Ελλήνων με την αλήθεια και την ομορφιά. Δεν έχει σημασία, αν ένας άνθρωπος φτάσει ποτέ την «αρετή» ο ίδιος ή το έργο του. Αρκεί να συλλάβει τις αιώνιες αξίες μια κι’ αρχίσει ειλικρινά να τις γυρεύει. Όταν ένας καλλιτέχνης αντικρύσει μια φορά το αστέρι, δε χρειάζεται να πετύχει την τελειότητα που στέκεται στο «τέρμα», για να φέρει και στους άλλους την έμπνευση της δημιουργίας του. Αν κανείς αφιερώσει τον εαυτό του στην αναζήτηση του τέλειου, ταύτη η ιδιότητα είναι εκείνη που συγκινεί τα άλλα ανθρώπινα πνεύματα. Και η πιο τέλεια ευτυχία, όταν το τέρμα μπει σε δεύτερη μοίρα δεν έχει καμία αξία. […]

Η δεύτερη από τις τρεις Ελληνικές μου λέξεις είναι «κάθαρσις», ο εξαγνισμός εκείνος και η λεπτότητα που ένοιωθαν τόσο καλά οι αρχαίοι Έλληνες. Η καλλιτεχνική έμπνευση και τα όνειρα πρέπει νάχουν ελευθερία και χώρο για να ανθίσουν. Κι’ όμως είναι περίεργο ότι τα μεγαλύτερα κατορθώματα χρειάζονται και αυτά πειθαρχία. […] Αν επιτρέψουμε στη συγκίνηση να κάνει ότι θέλει, το αποτέλεσμα θα είναι ενοχλητικό και ίσως χυδαίο. Βγαίνει κάτι άμορφο, το αντίθετο ακριβώς από το ευγενικό. […] Έτσι ο καλλιτέχνης και κάθε άνθρωπος μαζί του, πρέπει να πονέσει, αν θέλει να φιλτράρει από την ακατέργαστη ύλη της ψυχής του, την ομορφιά που μπορεί να κρύβεται μέσα της.

Τέλος έρχομαι στη πιο σημαντική απ’ όλες τις λέξεις στην αξία που είναι αδύνατο να περιγραφτεί και που προσπάθησα να την υποδηλώσω. Είναι το καθολικό πνεύμα που χωρίς αυτό τίποτα δεν έχει αξία. Είναι η λέξη «σωφροσύνη». Πως μπορώ να την εξηγήσω; Έχει τόσο απόλυτη ακρίβεια, που άλλες ξένες λέξεις είναι αδύνατο να αποδώσουν την λεπτότητα του νοήματος της. Μπορώ μόνο να γυρίσω σ’ αυτή την ακατάλληλη λέξη «ισορροπία» και να προσθέσω και «αρμονία». Έτσι ίσως δώσω μιαν ιδέα τι εννοώ. Είναι η ιδιότητα εκείνη, το δαιμόνιο, που δένει όλα τα στοιχεία στη δημιουργία. Αφήνει το καθένα να παίζει το ρόλο του και απλώνει τη μαγεία της πάνω στο σύνολο. Της ταιριάζει ίσως το παλαιό νόημα της Αγγλικής λέξης «gentle». Αποφεύγουμε τις ακρότητες στη σκέψη και στα αισθήματα, συγκρατούμε τα πάθη, δίνουμε μορφή στα όνειρα και στο τέλος φτάνουμε στην «αρετή».

Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Το μοντέλο του Freud για τα όνειρα

Ο Freud ξεκίνησε με δύο θεμελιώδη ερωτήματα: Ποια είναι η λειτουργία του ονείρου -δηλαδή γιατί ονειρευόμαστε γενικώς- και πώς εξηγείται το παράδοξο των ονείρων, δηλαδή ο αλλόκοτος χαρακτήρας τους. Όπως θα δούμε, οι απαντήσεις του και στα δύο αυτά ερωτήματα είναι, υπό το φως των γνώσεων που αποκτήσαμε στο μεταξύ, εν μέρει λανθασμένες. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί εδώ ότι επιχείρησε να συνδέσει τα όνειρα με τις διαταραχές της ψυχικής λειτουργίας: «Στόχος μου είναι να χρησιμοποιήσω τη γνώση μου από την παρούσα κατανόηση της λειτουργίας του ονείρου ως πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της επίλυσης του δυσκολότερου προβλήματος που είναι η ψυχολογία των νευρώσεων».

Όταν τη νύχτα της 24ης Ιουλίου 1895 ο Freud ονειρεύτηκε το πασίγνωστο όνειρο «δείγμα», δηλαδή το όνειρο της Ίρμα, η αυτοανάλυσή του τον είχε οδηγήσει στην πεποίθηση ότι είχε λύσει το πρόβλημα το σχετικό με το σκοπό του ονείρου -είχε εκπληρώσει το όνειρό του- «το όνειρο αποτελεί εκπλήρωση μιας επιθυμίας».

Παράδειγμα: το όνειρο «δείγμα» του Freud.
Η «Ίρμα» ήταν ασθενής του Freud για την υγεία της οποίας ανησυχούσε. Την ημέρα που προηγήθηκε του ονείρου, είχε συναντήσει ένα συνάδελφό του, τον «Ότο» (δρα Oscar Rie), ο οποίος την είχε δει πρόσφατα. Ο Freud τον ρώτησε πώς τα πήγαινε η Ίρμα, «καλύτερα, αλλά όχι τελείως καλά» ήταν η απάντηση. Στο όνειρο, ο Freud τη συναντά σε ένα πάρτι. Αντιλαμβάνεται ότι εκείνη δεν είναι καλά και ανησυχεί μήπως του έχει διαφύγει η ύπαρξη κάποιας οργανικής νόσου. Στη συνέχεια την εξετάζουν, ο Freud μαζί με άλλους τρεις γιατρούς. Εκείνη ανοίγει το στόμα της και οι γιατροί διαπιστώνουν ότι μεγάλες λευκές κηλίδες καλύπτουν τα ρινικά οστά. Ο Freud τότε επιβεβαιώνεται ότι όντως εκείνη δεν είναι καλά και ότι αυτό μπορεί να οφείλεται σε μια ένεση «τριμεθυλαμίνης» με μολυσμένη σύριγγα που της χορήγησε ο Ότο. Βλέπει το χημικό τύπο της τριμεθυλαμίνης τυπωμένο με σκούρα γράμματα. Στην ανάλυση του ονείρου ο Freud συνδέει αυτό το γεγονός με τις σεξουαλικές θεωρίες του Fliess, που επίσης υποστήριζε ότι υπάρχει σχέση μεταξύ μύτης και γεννητικών οργάνων και ο οποίος είχε όντως χειρουργήσει την Ίρμα στη μύτη.

Όταν κανείς απελευθερωθεί από τους περιορισμούς της πραγματικότητας, οπότε λειτουργεί βάσει της αρχής της ευχαρίστησης και με αφορμή όσα απασχολούν τη σκέψη του τη στιγμή εκείνη, δηλαδή τα κατάλοιπα της ημέρας, τότε ενεργοποιούνται τα βαθύτερα συναισθήματα και οι επιθυμίες του. Ενοχοποιώντας τους φίλους και συναδέλφους του, το όνειρο της Ίρμα απάλλαξε τον Freud από την ευθύνη για την επιδείνωση της κατάστασής της, για την οποία ένιωθε βαθιά ένοχος. Όμως οι επιθυμίες αυτές, που συχνά αποτελούν έκφραση της πρώιμης σεξουαλικότητας, μολονότι είναι περίεργο που ο Freud ούτε καν θίγει αυτές τις πλευρές -τέσσερις άνδρες να εξετάζουν μια γυναικεία «κοιλότητα», μάλιστα ο ένας από αυτούς ήταν ένας «φαντασμένος παλιανθρωπάκος» (Erikson, 1954)- είναι ενοχλητικές για το συνειδητό μέρος του ψυχισμού, το οποίο έχει επίγνωση των περιορισμών και των απαγορεύσεων της πραγματικότητας, επειδή, αν και χαλαρωμένο στη διάρκεια του ύπνου, δεν αδρανεί τελείως. Οι ενοχλητικές επιθυμίες απειλούν τη συνείδηση που κοιμάται ειρηνικά και δεν επιθυμεί τίποτε άλλο παρά να την αφήσουν στην ησυχία της. Για το λόγο αυτό, οι επιθυμίες μεταμφιέζονται έξυπνα σε μια συμβιβαστική λύση που εξασφαλίζεται από τη διεργασία του ονείρου: κατ’ αυτόν τον τρόπο τροποποιημένες, απαλλάσσονται από την ενέργεια που περιέχουν, η συναισθηματική τους επένδυση εκφορτίζεται, χωρίς παράλληλα να διαταραχθεί ο ύπνος. Επομένως «το όνειρο είναι φρουρός του ύπνου». Όπως συμβαίνει στην περίπτωση ενός μυστικού κώδικα σε περίοδο πολέμου, το κρυφό μήνυμα περνά λαθραία από τις γραμμές του εχθρού (τη λογοκρισία), χωρίς να υποκινήσει υποψίες το φανερό του περιεχόμενο. Το αλλόκοτο των ονείρων είναι συνέπεια αυτού του μπερδέματος του αρχικού ή λανθάνοντος περιεχομένου του ονείρου.

Η ερμηνεία των ονείρων, που αποτελεί βασικό ψυχαναλυτικό εργαλείο, έχει τη σημασία της αντιστροφής αυτής της διαδικασίας μεταμφίεσης, δηλαδή της ανατροπής της διεργασίας του ονείρου, ώστε να αποκαλυφθεί η αρχική επιθυμία που βρίσκεται από κάτω, όπως ακριβώς για το υστερικό άτομο απαιτείται να αποκαλυφθεί η λανθάνουσα παρόρμηση που κρύβεται κάτω από το σύμπτωμα, ώστε να μπορέσει το άτομο να ιδιοποιηθεί την επιθυμία του και να μη βρίσκεται πλέον στο έλεος της. Για να είναι σε θέση να ερμηνεύει τα όνειρα, ο αναλυτής χρειάζεται να κατανοήσει πρώτα τους μηχανισμούς της διεργασίας του ονείρου, οι οποίοι μετατρέπουν «τις σκέψεις που πρωτύτερα ήταν δομημένες με λογική σειρά» (Freud, 1900) στις περίεργες και αντιφατικές εικόνες του ονείρου. Η ανάλυση των ονείρων, όπως τη συνέλαβε ο Freud, αποτελεί το θρίαμβο του λογικού επί του παραλόγου.

Ο Freud μελέτησε αρκετούς μηχανισμούς με τους οποίους, κατά την άποψή του, οι αρχικές σκέψεις του ονείρου τροποποιούνται καθ’ οδόν από την ασυνείδητη στην έκδηλη μορφή του ονείρου, την οποία μπορεί κανείς να διηγηθεί. Κατά τη συμπύκνωση, διαφορετικά στοιχεία συνδυάζονται ή συγχωνεύονται σε μία μόνο απεικόνιση, με αποτέλεσμα η εξήγηση ή το ξετύλιγμα αυτής της απεικόνισης να είναι πάντα πιο εκτεταμένα και περίπλοκα από το ίδιο το όνειρο. Στο σημείο αυτό θα παραθέσουμε ένα ασυνήθιστο αλλά διασκεδαστικό παράδειγμα: ο Rycroft (1979b) αναφέρει την περίπτωση κάποιου με το όνομα Έρνεστ, του οποίου το όνειρο αποτελούνταν από μία μόνο λέξη: Frank (η λέξη μπορεί να είναι κύριο όνομα, αλλά σημαίνει και ειλικρινής, έντιμος). Ο άνθρωπος αυτός είχε μπει στον πειρασμό να κάνει μια οικονομική ατασθαλία και έπρεπε να υπενθυμίζει συνεχώς στον εαυτό του πόσο σημαντικό ήταν να είναι έντιμος.

Παράδειγμα: λογοπαίγνια και συγχωνεύσεις σημασιών.
Ένα άλλο παράδειγμα συμπύκνωσης παρατηρείται στο όνειρο ενός πολύ φιλόδοξου και ναρκισσιστικού άνδρα, του οποίου η μητέρα υπήρξε συγχρόνως αποπλανητική και απρόσιτη. Ονειρεύτηκε λοιπόν ότι είχε συναντήσει στο τρένο ένα φίλο του που δεν τον είχε δει για μεγάλο διάστημα. Όταν τον ρώτησε τι έκανε εκείνο τον καιρό, ο φίλος απάντησε ότι εμφανιζόταν σε ένα πρόγραμμα της τηλεόρασης που είχε τον τίτλο «Knockers»[1]. Ο «φίλος» αποτελούσε συμπύκνωση της εικόνας δύο επιτυχημένων συναδέλφων του ασθενούς που εκείνος φανταζόταν ότι γνώριζαν πολλές γυναίκες και ήταν άνθρωποι περιωπής, σε αντίθεση με τον ίδιο που, λόγω της αστάθειας των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων, τα στερούνταν όλα αυτά. Η συμπυκνωμένη διττή σημασία της λέξης «knockers» περιείχε τη φθονερή του επιθυμία να γίνει διάσημος και επιτυχημένος, αλλά και την υποτιμητική χρησιμοποίηση της λέξης, για να δηλώσει τα γυναικεία στήθη, που εκείνος με τόσο φθόνο φανταζόταν ότι απολάμβαναν οι συνάδελφοί του.

Η μετάθεση μοιάζει με τις κινήσεις του ταχυδακτυλουργού: η προσοχή του λογοκριτή αποσπάται λόγω μετάθεσης του σημείου στο οποίο δίνεται έμφαση, με αποτέλεσμα αυτό που είναι σημαντικό στο όνειρο να εμφανίζεται στο έκδηλο περιεχόμενό του ως ασήμαντο, και το αντίστροφο. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα: ένας νέος άνδρας, στον οποίο προκαλούσε άγχος το θέμα της ολοκλήρωσης των σεξουαλικών του σχέσεων με τη φίλη του, αρχικά παραξενεύτηκε με ένα όνειρό του, στο οποίο κολυμπούσε πρόσθιο σε βαθιά νερά, ώσπου ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι το όνειρο υπαινισσόταν το φόβο του να προχωρήσει από τα προκαταρκτικά στη σεξουαλική διείσδυση.

Μια βασική έννοια που χρησιμοποιεί ο Freud για την ανάπτυξη της σημασίας των ονείρων είναι η έννοια των συνειρμών, δηλαδή της σύνδεσης των σκέψεων μεταξύ τους. Ο ελεύθερος συνειρμός αποτελεί τη βάση στην τεχνική της ανάλυσης των ονείρων, κατά την οποία ο δημιουργός του ονείρου διερευνά τις αντιδράσεις του απέναντι σε στοιχεία του ονείρου, ακολουθώντας το θεμελιώδη κανόνα σύμφωνα με τον οποίο καμία ανάμνηση ή σκέψη δεν απορρίπτεται, όσο ασήμαντη, δυσάρεστη ή άσχετη κι αν φαίνεται. Μέσω των ελεύθερων συνειρμών το άτομο αποκτά πρόσβαση στις σκέψεις του ονείρου, οι οποίες, «υπό την πίεση της διεργασίας του ονείρου... έχουν διασπαστεί σε θραύσματα και συμπιεστεί μεταξύ τους - με αποτέλεσμα να μοιάζουν με σωρούς από επιπλέοντα κομμάτια πάγου» (Freud, 1900). Κατά τη διαδικασία αυτής της μεταξύ τους συμπίεσης ή συμπύκνωσης, οι λογικοί σύνδεσμοι μεταξύ των σκέψεων -που γλωσσικά έχουν τη μορφή συνδέσμων, όπως είναι το «επειδή», το «αν» και το «καθώς»- απαλείφονται και οι σκέψεις παρουσιάζονται περισσότερο σε εικόνες παρά σε λεκτική μορφή. Τις διαδικασίες αυτές ο Freud αποκαλεί αναπαράσταση ή δραματοποίηση.

Στη δεύτερη, καθώς και στις μεταγενέστερες εκδόσεις της Ερμηνευτικής των ονείρων, επηρεασμένος από το μαθητή του Stekel (τον οποίο στη συνέχεια αποκήρυξε), ο Freud πραγματεύεται το συμβολισμό στα όνειρα. Το «φροϋδικό σύμβολο» στα όνειρα είναι σήμερα κλισέ, ωστόσο ο Freud υποστήριζε ότι τα θεμελιώδη βιολογικά φαινόμενα, όπως είναι η γέννηση, ο θάνατος, η γονεϊκή ιδιότητα, η σχέση με τα αδέρφια και η σεξουαλικότητα, αναπαρίστανται στα όνειρα με σύμβολα που συνήθως έχουν οικουμενικό χαρακτήρα και αντικατοπτρίζουν την αρχαϊκή ψυχική κληρονομιά του ανθρώπου. Η άποψη αυτή αναπτύχθηκε μεταγενέστερα σε μεγάλο βαθμό από τον Jung στη θεωρητική του σύλληψη των «αρχετύπων». Αυτή η άποψη για τα σύμβολα σε ένα βαθμό έρχεται σε αντίθεση, τόσο με την επικριτική στάση του Freud απέναντι στην προσέγγιση τύπου «ονειροκρίτη» για την ερμηνεία των ονείρων, όσο και με την επιμονή με την οποία υποστήριζε το προσωπικό νόημα των στοιχείων του ονείρου, τα οποία διαφωτίζονται κυρίως μέσω των ελεύθερων συνειρμών. Ιδού ένα παράδειγμα: μια γυναίκα, που είχε πρόσφατα αποβάλει, ονειρεύτηκε ένα μικρό μόσχευμα από ένα φυτό που ξεριζώθηκε και μαράθηκε. Εδώ το φαινόμενο της μετάθεσης αποτελεί ειδική περίπτωση του γενικότερου φαινομένου του συμβολισμού. Θα ακολουθήσει άλλο ένα παράδειγμα ονείρου που δείχνει ότι πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί στις εύκολες αναγνώσεις των συμβόλων στα όνειρα.

Παράδειγμα: το φροϋδικό ψάρι.
Μια γυναίκα ονειρεύτηκε ότι κρατούσε ένα μεγάλο ψάρι που σπαρταρούσε τρομαγμένο στα χέρια της. «Ψάρι», σχολίασε, «αυτό είναι φροϋδικό σύμβολο - πρέπει να συμβολίζει το πέος». Όταν όμως ο αναλυτής της ζήτησε να μιλήσει για τους συνειρμούς της, εκείνη θυμήθηκε ότι η μητέρα της ανήκε στο ζώδιο των Ιχθύων και πίστευε φανατικά στην αστρολογία. Έτσι, με αφορμή το όνειρο, συζητήθηκε το ότι η μητέρα της δεν ενέκρινε το γεγονός ότι εκείνη έκανε ανάλυση.

Η τελική φάση της διεργασίας του ονείρου αποκαλείται από τον Freud δευτερογενής επεξεργασία ή δευτερογενής αναθεώρηση. Ο όρος αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο το άτομο, στην προσπάθεια του να θυμηθεί και να διηγηθεί το όνειρο, αυτομάτως ανασυντάσσει και αποκαθαίρει το κείμενο, για να του προσδώσει μεγαλύτερη συνοχή και ευκρίνεια νοημάτων. Με τη δυσπιστία που τον χαρακτήριζε απέναντι στο έκδηλο περιεχόμενο του ονείρου, ο Freud θεωρούσε ότι αυτή η διαδικασία συσκοτίζει ακόμα περισσότερο το αληθινό νόημα του ονείρου. Παρατήρησε επίσης ότι αν ζητήσουμε από το άτομο να επαναλάβει το όνειρό του, τότε εμφανίζονται στοιχεία που είχαν παραλειφθεί κατά την πρώτη διήγηση, τα οποία συχνά είναι πολύ σημαντικά. Λόγου χάρη, μια ασθενής της οποίας η μητέρα εμφάνισε επιλόχεια κατάθλιψη έπειτα από τη γέννηση ενός νεκρού παιδιού, όταν η ίδια ήταν τριών ετών, θυμήθηκε κατά τη δεύτερη αφήγηση του ονείρου της τα εξής: «Ήμουν μέσα σε ένα μεγάλο σπίτι, άδειο και με ατμόσφαιρα μάλλον πένθιμη... Α, μόλις το θυμήθηκα, θαρρώ πως ήταν και η μητέρα μου εκεί που έκλαιγε και έπειτα απομακρύνθηκε από κοντά μου».

Μολονότι ο Freud παρέμεινε πιστός στις αρχικές του θεωρήσεις, όσον αφορά στα όνειρα -και στη δεκαετία του 1930 παραπονιόταν για τη σχετική αμέλεια που είχε επιδείξει απέναντι τους η νέα γενιά των αναλυτών (Freud, 1932)- παραδέχτηκε τελικά ότι υπάρχει μια σημαντική εξαίρεση στην υπόθεσή του για το στοιχείο της εκπλήρωσης επιθυμιών στα όνειρα. Η εξαίρεση αυτή αναφέρεται στο φαινόμενο των μετατραυματικών ονείρων, στα οποία ο πάσχων ονειρεύεται κατ’ επανάληψη ένα απροκάλυπτα οδυνηρό ή τρομακτικό γεγονός. Αυτό το φαινόμενο το απέδιδε στην προσπάθεια του πάσχοντος να κυριαρχήσει πάνω στα ψυχικά ερεθίσματα που απειλούν να κατακλύσουν τον οργανισμό του (Freud, 1920) ώστε, κατά την ορολογία του Bion, να κατορθώσει να περιέχει αυτό που είναι αδύνατον να περιεχθεί (Garland, 1991). Και στην περίπτωση αυτή, θεωρούνταν ότι το όνειρο εξυπηρετεί ένα σκοπό: να «δεσμεύσει» την ψυχική ενέργεια που αποτελεί πρόδρομο των φυσιολογικών διαδικασιών απώθησης και εκφόρτισης μέσω του ονείρου. Ο Anzieu (1989· Flanders, 1993) υποστηρίζει ότι, αντί να θεωρηθεί αυτή η περίπτωση εξαίρεση του κανόνα ότι το όνειρο αποσκοπεί στην εκπλήρωση επιθυμιών, για όλα τα όνειρα μπορούμε να δεχτούμε ότι βασίζονται στα μικροτραύματα που αποτελούν τα κατάλοιπα της ημέρας και απαιτούν ψυχική επεξεργασία.

Άντονυ Μπέιτμαν, Τζέρεμυ Χολμς: Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση

(Εκδόσεις Καστανιώτη, 2001, σ. 236-244 )







[1] Knocker: η λέξη στο πλαίσιο του ονείρου έχει διττή σημασία. Εδώ σημαίνει: α) τον επιτυχημένο και φαντασμένο συγχρόνους, β) στον πληθυντικό Knockers σημαίνει, εκτός των άλλων, και γυναικείο στήθος.

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Η Θεωρία Μ

«Δε δημιούργησε ο Θεός το σύμπαν αλλά οι νόμοι της φυσικής», γράφει ο περίφημος βρετανός θεωρητικός φυσικός Στήβεν Χόκινγκ στο βιβλίο του «The Grand Design» (Το μεγάλο σχέδιο») το οποίο έχει συγγράψει με τον Αμερικανό φυσικό Λέονταρντ Μλοντίνοφ.

«Επειδή υπάρχει ένας νόμος όπως αυτός της βαρύτητας, το σύμπαν μπορεί να δημιουργηθεί και θα δημιουργηθεί μόνο του από το τίποτα. Η αυτόματη δημιουργία είναι ο λόγος που υπάρχει κάτι από το να μην υπάρχει τίποτα, ο λόγος που υπάρχει το σύμπαν, ο λόγος που υπάρχουμε εμείς», γράφει ο Hawking. 

Στον πυρήνα του, το «Μεγάλο Σχέδιο» είναι μια εξέταση μιας σχετικά νέας υποψηφιότητας για την «τελική θεωρία των πάντων», την αποκαλούμενη M-theory, η οποία με τη σειρά της είναι μια επέκταση της θεωρίας των χορδών και προσπαθεί να συμφιλιώσει τη γενική σχετικότητα με την κβαντομηχανική. «Η M-theory δεν είναι μια θεωρία με τη συνηθισμένη έννοια», λένε οι συγγραφείς. «Είναι μια ολόκληρη οικογένεια διαφορετικών θεωριών». Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, «το δικό μας σύμπαν δεν είναι το μοναδικό. Αντίθετα η θεωρία Μ υποστηρίζει ότι πολλά σύμπαντα δημιουργήθηκαν εκ του μηδενός». 

Μια εκλαϊκευμένη παρουσίαση αυτής της Θεωρίας, χρησιμοποιώντας μάλιστα άδεια κουτάκια μπύρας, μας προσφέρει ο ντεντέκτιβ Ραστ Κολ στο πέμπτο επεισόδιο (The Secret Fate of All Life) της πρώτης σεζόν της τηλεοπτικής σειράς True Detective:


Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Κοινοβουλευτισμός και υπερτροφικό κράτος

[…] Η εισαγωγή του βασιλευόμενου κοινοβουλευτισμού στη χώρα, και μάλιστα πάνω στη βάση της καθολικής ψηφοφορίας, δεν υπήρξε αναγκαία και αναπόδραστη απόρροια εσωτερικών διεργασιών, αλλά κατά πρώτο λόγο η απάντηση των Δυτικών Δυνάμεων στην ανυπακοή της οθωνικής κυβέρνησης σε κρίσιμα θέματα εξωτερικής πολιτικής (υποστήριξη των αλυτρώτων κτλ.) και συνάμα το μέσο, με το οποίο οι Δυνάμεις αυτές φαντάζονταν ότι στο εξής θα μπορούσαν να ασκήσουν πιο τελεσφόρα την επιρροή τους.

Αλλά, ανεξάρτητα από τα αίτια της, η εισαγωγή του κοινοβουλευτισμού έθεσε σε κίνηση διαδικασίες που αποδείχτηκαν κρίσιμες για τον σχηματισμό της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας του νεοελληνικού κράτους. Με άλλα λόγια, ο μηχανισμός της λειτουργίας του κράτους διαμορφώθηκε και εν μέρει τερατογενετικό και εν μέρει ιλαροτραγικό αποτέλεσμα της διασταύρωσης των πιο προηγμένων τοτινών πολιτικών θεσμών, όπως ο κοινοβουλευτισμός και η καθολική ψηφοφορία σε μια κοινωνία διεπόμενη από πατριαρχικές σχέσεις, στάσεις, νοοτροπίες και αξίες. Πριν από την εισαγωγή, ή μάλλον την επιβολή, των κοινοβουλευτισμού το κράτος ήταν υποτυπώδες και, παρά τη συχνά γραφική απλώς επίφαση της βασιλικής αυταρχίας, μόλις μετά βίας συγκρατούσε σε μια ενότητα τους τοπικούς πόλους ισχύος, καθώς δεν κατείχε ούτε καν το μονοπώλιο της ένοπλης βίας∙ σε σχέση με το κράτος της οθωμανικής περιόδου είχε κάνει βέβαια ορισμένα βήματα προς την κατεύθυνση του σύγχρονου έννομου κράτους, όμως οι νόμοι και τα διατάγματα του σε πλείστες όσες περιπτώσεις δεν έφθαναν ίσαμε τη βάση της κοινωνίας, όπου η ζωή ρυθμιζόταν από το πατριαρχικό εθιμικό δίκαιο.

Ο κοινοβουλευτισμός, σε συνδυασμό με την καθολική ψηφοφορία, συνεπέφερε μια κοινωνική κινητικότητα ίσως ακόμα εντονότερη απ’ αυτήν που γέννησε ή ανάπτυξη του καπιταλιστικών σχέσεων, γιατί όχι μόνο δημιούργησε ευκαιρίες πολιτικής και κοινωνικής σταδιοδρομίας για άτομα με αντίστοιχες φιλοδοξίες, αλλά και άνοιξε σε ευρύτερες μάζες τον δρόμο από την ύπαιθρο προς τις πόλεις. Και οι δύο αυτές πλευρές της κοινωνικής κινητικότητας, οι οποίες απέρρεαν από το κοινοβουλευτικό παιχνίδι, σήμαιναν αυτόματα τη διόγκωση του κρατικού μηχανισμού και παράλληλα την ενίσχυση του καθοδηγητικού ρόλου του κράτους […]

Η διόγκωση του κρατικού μηχανισμού εξ αιτίας του κοινοβουλευτικού συστήματος και της καθολικής ψηφοφορίας ήταν αναπόδραστη, γιατί εκείνο που είχαν να προσφέρουν τα κόμματα για την προσέλκυση ή την συγκράτηση ψηφοφόρων ήσαν οι κρατικές θέσεις, οι οποίες ήσαν τόσο πιο περιζήτητες όσο η καχεξία της οικονομίας και γενικότερα η κοινωνική στενότητα έκαναν τις υπόλοιπες επαγγελματικές διεξόδους λιγοστές και αβέβαιες. Εφ’ όσον το κράτος παρέμενε ο πιο σίγουρος και ανθεκτικός εργοδότης, πρώτο μέλημα του κόμματος ήταν η κατάκτηση και η νομή του κράτους, ειδ’ άλλως θα έχανε την πίστη των οπαδών του στην ικανότητά του να υπερασπίσει τα συμφέροντά τους.

Όταν η πατριαρχική σχέση μεταφέρεται από την κοινωνία στην πολιτική, τότε μεταβάλλεται στη λεγόμενη πελατειακή σχέση, διατηρώντας όμως το θεμελιώδες της γνώρισμα, δηλαδή την αναγκαία συνάφεια υπακοής και προστασίας: ο κοινοβουλευτικός πατριάρχης, είτε κομματικός ηγέτης είναι είτε τοπικός κομματάρχης, απαιτεί από τους «ανθρώπους του» υπακοή, όμως ταυτόχρονα αναλαμβάνει να «ενεργήσει για τις υποθέσεις τους», […]

Ο πατριαρχικός ή πελατειακός χαρακτήρας του κοινοβουλευτισμού και συνάμα η σπάνη των θέσεων στην ελεύθερη αγορά εργασίας είχαν ως συνέπεια να παίξει ο κρατικός μηχανισμός στην Ελλάδα ρόλο ανάλογο μ’ εκείνον που έπαιξαν τα βιομηχανικά αστικά κέντρα στη Δύση: απορρόφησε μάζες αγροτικής προέλευσης, αλλά για να τις διοχετεύει και να τις χρησιμοποιήσει με τρόπο πολύ διαφορετικό και προ παντός πολύ λιγότερο παραγωγικό […] ο όγκος, η δυσκαμψία και η δαπανηρότητα του κράτους αποτέλεσε τροχοπέδη για τη διοχέτευση πόρων και ενεργειών σύμφωνα με τις ανάγκες μιας αμιγούς καπιταλιστικής ανάπτυξης […]

Σε καμμιά περίπτωση, […] δεν πρέπει να παραβλέπεται η εκτεταμένη αυτονομία του πολιτικού-κομματικού παιχνιδιού ως πελατειακής σχέσης μεταξύ πολιτικού και ψηφοφόρου, κατά την οποία ο μεν ψηφοφόρος παρέχει υποστήριξη προσδοκώντας προστασία, ενώ ο πολιτικός εκποιεί το κράτος στους ψηφοφόρους με αντάλλαγμα να το κατέχει ο ίδιος, δηλαδή να θεμελιώνει την ισχύ του στη δυνατότητα να διανέμει –αυτός, κι όχι κάποιος άλλος– προσοδοφόρες θέσεις και αξιώματα.

Τούτη η αυτονομία του πολιτικού-κομματικού παιχνιδιού κάνει κατά κανόνα δευτερεύουσες ή και απλώς προσχηματικές τις «ιδεολογικές» κτλ. αντιθέσεις, ήτοι τις λεγόμενες αντιθέσεις «αρχών»· στο ιδεολογικό φάσμα ενός πολιτικός καταλαμβάνει ορισμένη θέση γιατί όλες οι υπόλοιπες είναι κατειλημμένες, και είναι πρόθυμος, αν το κρίνει συμφέρον, να εγκαταλείψει τη θέση που κατέλαβε αρχικά, αν κενωθεί κάποια άλλη. Μονάχα σ’ αυτήν την προοπτική μπορεί να εξηγηθεί ικανοποιητικά το χαρακτηριστικό για τη νεοελληνική πολιτική φαινόμενο της συνεχούς μετατόπισης πολιτικών σε διάφορες θέσεις του παραπάνω φάσματος. Πολύ λιγότερο μετατοπίστηκε η συγκεκριμένη πολιτική πράξη, δηλαδή η άσκηση της πολιτικής ως πελατειακής σχέσης. Η διόγκωση του κρατικού μηχανισμού για σκοπούς κομματικού οφέλους υπήρξε εξ ίσου έργο των «δεξιών» όσο και των «φιλελεύθερων» ή «δημοκρατικών» κομμάτων, όλα τα ελληνικά κόμματα υπήρξαν δηλαδή, μ’ αυτήν  την πολύ χειροπιαστή έννοια, κόμματα κρατιστικά, ανεξάρτητα απ’ το πώς αντιμετώπιζαν το κράτος στο επίπεδο των προγραμματικών τους αρχών.

Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού (Απόσπασμα από την εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης με τίτλο: Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία)

(Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2000, σ. 20-23)