
Μπαίνει έτσι το πρόβλημα για τη
σημασία πού είχε ο Μακιαβέλης στον καιρό του και για τους σκοπούς πού έβαζε
μπροστά του γράφοντας τα βιβλία του και ειδικά τον Ηγεμόνα. Η θεωρία του Μακιαβέλη δεν ήταν, στον
καιρό του, ένα πράγμα καθαρά ‘των βιβλίων’, ένα μονοπώλιο απομονωμένων
στοχαστών, ένα απόκρυφο βιβλίο πού κυκλοφορεί ανάμεσα στους μυημένους. Το ύφος του Μακιαβέλη δεν είναι ενός ανθρώπου
πού γράφει συστηματικές πραγματείες, σαν αυτούς πού υπήρχαν στον Μεσαίωνα και την
Αναγέννηση, κάθε άλλο· είναι το ύφος
ενός ανθρώπου της δράσης, ενός πού θέλει να παρακινήσει σε δράση, είναι ύφος
κομματικού ‘μανιφέστου’. Η ηθικολογική ερμηνεία πού δίνει ο Foscolo είναι ασφαλώς
λαθεμένη· είναι πάντως αλήθεια ότι ο Μακιαβέλης αποκάλυψε κάτι
και δεν θεωρητικοποίησε απλώς την πραγματικότητα· άλλα ποιός ήταν ο σκοπός
της αποκάλυψης; Ένας σκοπός ηθικολογικός ή πολιτικός; Συνηθίζουν να λένε ότι οι
κανόνες του Μακιαβέλη για την πολιτική δραστηριότητα ‘εφαρμόζονται, άλλα δε
λέγονται’· οι μεγάλοι πολιτικοί - λένε - αρχίζουν κακολογώντας τον Μακιαβέλη και
δηλώνοντας πώς είναι αντιμακιαβελικοί, ακριβώς για να μπορέσουν να εφαρμόσουν ‘ευλαβικά’
τους κανόνες του. Δε θα ήταν ο Μακιαβέλης λίγο μακιαβελικός, ένας απ’ αυτούς
πού ‘ξέρουν το παιγνίδι’ και ηλίθια το διδάσκουν, ενώ ο χυδαίος μακιαβελισμός
διδάσκει το αντίθετο; Η βεβαίωση του Croce ότι ό μακιαβελισμός όντας μια επιστήμη,
εξυπηρετεί τόσο τούς αντιδραστικούς όσο και τούς δημοκρατικούς, όπως η τέχνη
της οπλασκίας εξυπηρετεί τούς ευγενείς και τούς ληστές, να υπερασπίζονται τον εαυτό
τους και να δολοφονούν, και ότι μ’ αυτήν την έννοια πρέπει να εννοήσουμε τη
γνώμη του Foscolo, είναι αληθινή, με αφηρημένο τρόπο. Ο ίδιος ο Μακιαβέλης παρατηρεί ότι τα πράγματα πού γράφει εφαρμόζονται
και πάντα εφαρμόζονταν, από τους μεγαλύτερους άνδρες της ιστορίας· δε
φαίνεται λοιπόν να θέλει να συμβουλέψει αυτούς πού ήδη ξέρουν, ούτε το ύφος του
είναι ύφος αδιάφορης επιστημονικής πραγματείας, ούτε μπορούμε να διανοηθούμε ότι
κατέληξε στις θέσεις του αυτές της πολιτικής επιστήμης από το δρόμο της
φιλοσοφικής μελέτης, πράγμα πού σ’ αυτό το ειδικό ζήτημα θα φαίνονταν λιγάκι σα
θαύμα στον καιρό του, όταν ακόμα και σήμερα βρίσκει τόση εναντίωση και αντίθεση.
Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι ο Μακιαβέλης θα είχε υπόψη
του ‘αύτόν πού δεν ξέρει’, ότι σκοπεύει να κάνει πολιτική εκπαίδευση ‘σ’ αυτόν
πού δεν ξέρει’, πολιτική εκπαίδευση όμως θετική και όχι αρνητική, γι’ αυτούς πού μισούν
τούς τυράννους όπως φαινόταν να σκέφτεται ο Foscolo, εκπαίδευση γι’ αυτούς πού
πρέπει να γνωρίσουν αναγκαία καθορισμένα μέσα, ακόμα κι αν χαρακτηρίζουν τούς
τυράννους, διότι θέλει να πετύχει καθορισμένους σκοπούς. Όποιος γεννήθηκε μέσα στην
παράδοση των ανθρώπων της διακυβέρνησης, από όλο το σύνολο της εκπαίδευσης πού απορροφάει
από το γνωστό του περιβάλλον, όπου κυριαρχούν τα δυναστικά ή πατρογονικά συμφέροντα,
αποκτάει σχεδόν αυτόματα τα χαρακτηριστικά του ρεαλιστή πολιτικού. Ποιός λοιπόν ‘δεν ξέρει’; Η επαναστατική
τάξη τού καιρού, ο ‘λαός’ και το ιταλικό ‘έθνος’, η δημοκρατία των πόλεων
πού βγάζει από τους κόλπους της τους Savonarola και τους Pier Sederini και όχι oι Castruccio
και oι
Valentino. Μπορεί να υποστηρίζει κανείς ότι ο Μακιαβέλης θέλει να πείσει αυτές τις δυνάμεις για την ανάγκη να
έχουν έναν ‘αρχηγό’ πού να ξέρει τι θέλει και πώς να αποκτήσει αυτό πού θέλει,
και να τον δεχτούν με ενθουσιασμό ακόμα κι αν οι πράξεις του μπορούν να είναι ή
να φαίνονται αντίθετες με τη διάχυτη ιδεολογία του καιρού, τη θρησκεία. Αυτή η
τοποθέτηση της πολιτικής του Μακιαβέλη επαναλαμβάνεται για τη φιλοσοφία της
πράξης. Επαναλαμβάνεται η ανάγκη να είμαστε ‘αντιμακιαβελικοί’, αναπτύσσοντας μια
θεωρία και μια τεχνική της πολιτικής που μπορούν να εξυπηρετήσουν τα δυο αγωνιζόμενα μέρη, με τη σκέψη ότι οπωσδήποτε
αυτές, θα καταλήξουν να εξυπηρετούν την πλευρά πού ‘δεν ήξερε’, διότι σ’ αυτήν
θεωρείται ότι υπάρχει η προοδευτική δύναμη της ιστορίας, και πραγματικά υπάρχει
ένα άμεσο αποτέλεσμα: συντρίβεται η ενότητα πού βασίζεται πάνω στην παραδοσιακή
ιδεολογία, πού δίχως τη ρήξη της δε θα μπορούσε η καινούργια δύναμη να αποκτήσει
συνείδηση της ανεξάρτητης προσωπικότητάς της. Ο μακιαβελισμός χρησιμοποιείται για να βελτιώσει την παραδοσιακή
πολιτική τεχνική των συντηρητικών διευθυντικών ομάδων, όπως και την πολιτική της
φιλοσοφίας της πράξης· αυτό δεν
πρέπει να κρύβει τον ουσιαστικά επαναστατικό του χαρακτήρα, πού γίνεται ακόμα και
σήμερα αισθητός και εξηγεί ολόκληρο τον αντιμακιαβελισμό από τούς ιησουίτες
μέχρι τον ‘ευλαβικό’ του Pasquale Vilari.
Αντόνιο Γκράμσι:
Για τον Μακιαβέλι…
(Εκδόσεις
Ηριδανός, 2005, σελ.
17-21)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου