
Η δικαιοσύνη ανάγεται
φυσικά στην οπτική γωνία μιας σοφής αυτοσυντήρησης, δηλαδή στον εγωισμό της
ακόλουθης σκέψης: «γιατί πρέπει να βλάπτω ανώφελα τον εαυτό μου και να μην
πετύχω ίσως το σκοπό μου;»
Αυτά για την καταγωγή της δικαιοσύνης. Επειδή οι άνθρωποι, σε συμφωνία με την πνευματική συνήθειά τους, έχουν ξεχάσει τον αρχικό σκοπό των
λεγόμενων δίκαιων, έντιμων πράξεων και ιδίως επειδή τα παιδιά διδάχτηκαν
για αιώνες να θαυμάζουν και να μιμούνται τέτοιες πράξεις, συνέβη να φανεί σιγά σιγά ότι μια δίκαια πράξη είναι μη εγωιστική.
Η μεγάλη εκτίμηση που χαίρουν οι πράξεις αυτές στηρίζεται σ’ αυτήν την επίφαση,
μια εκτίμηση που, όπως όλες οι εκτιμήσεις, βρίσκεται σε συνεχή ανάπτυξη: γιατί
οι άνθρωποι πασχίζουν να κάνουν, μιμούνται και αναπαράγουν με θυσίες αυτό που
χαίρει μεγάλης εκτίμησης κι αυτό μεγαλώνει, επειδή μεγαλώνει η αξία του από την
αξία της προσπάθειας και του ζήλου κάθε ατόμου.
Πόσο λίγο ηθικός θα
φαινόταν ο κόσμος δίχως τη λησμοσύνη! Ένας ποιητής θα μπορούσε να πει ότι ο
θεός έβαλε τη λησμοσύνη θυροφύλακα στο ναό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Φρειδερίκος Νίτσε, Ανθρώπινο
πολύ ανθρώπινο, 1
(ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, σελ.
109-110)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου