Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Ο συντηρητισμός στη πρώιμη νεότερη Ευρώπη (2)


Ο Ιούστος Μόζερ (1720-1794) άσκησε βαθιά επιρροή στη συντηρητική σκέψη του 19ου αιώνα. Καταπώς ταίριαζε στην περίπτωσή του, ο Μόζερ ήταν πρωθυπουργός της άρχουσας ολιγαρχίας του μικροσκοπικού αλλά κυρίαρχου κρατιδίου του Όσναμπρικ, […] Ο Μόζερ λάτρευε τις φεουδαλικές διακρίσεις και κατήγγελλε τους «άμυαλους νεωτεριστές». Αυτοί καταπατούσαν έθιμα, δικαιώματα και συνήθειες που ήταν, τόνιζε, το απαύγασμα μιας αρχαίας κι ενστικτώδους σοφίας του λαού, προσαρμοσμένες στις τοπικές ανάγκες και τις κάθε λογής ιδιαίτερες συνθήκες. Σε εκείνους που επιχειρηματολογούσαν, […] υπέρ της ελέω θεού βασιλείας, ο Μόζερ αντέτασσε ότι ελέω θεού ήταν ολόκληρη η κοινωνική τάξη πραγμάτων […] Οι άνθρωποι δεν θα έπρεπε λοιπόν ν’ αναζητούν τα πρότυπά τους για την κοινωνία μέσα στις αφηρημένες και εξορθολογικευμένες έννοιες των λεγόμενων καθολικών φυσικών νόμων· αντίθετα, έπρεπε να παρατηρούν τα πραγματικά δημιουργήματα, μέσα στο χρόνο, του θεού και των ανθρώπων. […]

Ο Μόζερ παίνευε την παραδοσιακή και ρυθμισμένη σταθερότητα του χωριού και της συντεχνίας. Μπορούσες να αισθάνεσαι ασφαλής όταν είχες σταθερή αίσθηση του καθήκοντος και της κοινωνικής σου θέσης, και όταν μπορούσες να ξέρεις το μέλλον σου βλέποντας το παρελθόν, […] Υπερασπίστηκε ακόμη και τη δουλοπαροικία, έστω και απρόθυμα και χωρίς να συμμερίζεται τον χοντροκομμένο ρατσισμό πολλών συγκαιρινών του, που έκριναν ότι οι ευγενείς είχαν υποτάξει τους δουλοπάροικους με το δικαίωμα του κατακτητή, […] Ο Μόζερ προτιμούσε αντίθετα να εξιδανικεύσει τη υγιή, φυσική, σταθερή και ευσεβή ζωή των δουλοπάροικων. Εξέφραζε λοιπόν μια πάγια συντηρητική στάση: την επιθυμία να αφεθούν ανενόχλητοι ορισμένοι ιδιαίτεροι τρόποι ζωής τους οποίος ο ίδιος δεν είχε καμία διάθεση να μοιραστεί. 

Η πρωτοποριακή εργασία του Μοντεσκιέ στην κοινωνιολογία, που τόνιζε ότι ήταν αναγκαία και σωστή η ύπαρξη ποικίλων κοινωνικών ομάδων, εξέφραζε μια παρόμοια συντηρητική άποψη. Οι συντηρητικοί, ελπίζοντας να διαφυλάξουν τη θέση τους στο εσωτερικό του κράτους, ήταν φυσικό να δίνουν έμφαση στη λογική της κοινωνικής πολυμορφίας και όχι στους οικουμενικούς  φυσικούς νόμους που προέτασσαν οι φιλόσοφοι.

Ο πολιτισμικός σχετικισμός του Μοντεσκιέ δεν έκρυβε τη συντηρητική του στάση: κάθε κοινωνία έπρεπε να διαμορφώνεται από τις τοπικές ιδιαιτερότητες της γεωγραφίας, του κλίματος και της φυλής. Κάθε μορφή διακυβέρνησης έπρεπε να διαπνέεται από μια αντίστοιχη μορφή του ανθρώπινου πνεύματος: Οι πολίτες μιας δημοκρατίας σύμφωνα με την περίφημη διάκριση που έκανε, έπρεπε να διαθέτουν την αρετή της αυτοθυσίας για χάρη της κοινότητας· οι δεσποτισμοί της Ανατολής, αντίθετα βάσιζαν την εξουσία τους στο φόβο που ένιωθαν οι υπήκοοί τους. Προς μεγάλη χαρά των αριστοκρατών αναγνωστών του, ο Μοντεσκιέ επέμενε ότι η μοναρχία έπρεπε να στηρίζεται σε μια ανεξάρτητη και ακμαία τάξη ευγενών που θα διέθετε τις αρετές της υπερηφάνειας, της αξιοπρέπειας και της τιμής, και η οποία θα ήταν ο στυλοβάτης των δημόσιων υπηρεσιών

Πριν από τον 18ο αιώνα, όλες οι κοσμοθεωρίες έπρεπε να βρουν κάποιο τρόπο να εναρμονιστούν με τη θεολογία. Τώρα όμως με την έλευση του Νεύτωνα και του Λόκ, κύριο μοντέλο για την πολιτική θεωρία έγινε στη Δύση η επιστήμη. Έτσι, οι υπέρμαχοι των ηγεμόνων χρησιμοποίησαν μια απλοποιημένη μορφή καρτεσιανισμού για να υποστηρίξουν ότι το σύμπαν ήταν ένας μηχανισμός από αλληλοσυγκρουόμενα άτομα και στροβιλιζόμενες περιδινήσεις, που δεν μπορούσαν να μπουν σε τάξη παρά μόνο με τη καθοδήγηση του θείου λόγου. Μήπως και δεν ήταν και ο ηγεμόνας ο μόνος που μπορούσε να βάλει τάξη και νόμο στις αντίπαλες ατομικές βουλήσεις ολόκληρης της κοινωνίας; Κυβερνούσε ή όχι, υπό αυτή την έννοια, ο ηγεμών ελέω θεού;

Οι συντηρητικοί απαντούσαν εδώ προσφεύγοντας στην παραδοσιακή αριστοτελική και χριστιανική κοσμοθεωρία: Η κοινωνική τάξη πραγμάτων δεν είναι απλή αναρχία· αποτελείται, όπως άλλωστε και η φυσική τάξη πραγμάτων, από οργανισμούς που αναπτύσσονται από μόνοι τους, προικισμένοι με τις μοναδικές του ο καθένας αιτιώδεις ιδιότητες, που επιτρέπουν την αρμονική εκτύλιξη του μεγάλου σχεδίου, αίτιο του οποίου είναι ακριβώς το θέλημα του θεού. Η κοινωνία δεν είναι απλώς μια μάζα ίσων ατόμων ριγμένων σ’ ένα πόλεμο όλων εναντίον όλων, που χρειάζεται μια τάξη την οποία θα της επιβάλλει ο ηγεμόνας. Κάθε ιεραρχική τάξη είχε τη δική της μοναδική έμφυτη αρχή: τέτοιες ήταν λόγου χάρη η αίσθηση της τιμής που είχαν εκ γενετής οι ευγενείς, η ενσάρκωση του θείου δράματος της σωτηρίας από την ίδια την εκκλησία, ο αυτορυθμισμένος χαρακτήρας του τεχνίτη, η αξιοπρεπής ταπεινοσύνη του δουλοπάροικου. Αυτές οι ιεραρχικές τάξεις είχαν δημιουργηθεί από την άπειρη σοφία του θείου σχεδίου, ενός σχεδίου ιεραρχίας και αρμονίας. Είναι παράλογο, υποστήριζαν οι συντηρητικοί, να φαντάζεται κανείς ότι η κοινωνία μπορεί να βελτιωθεί με τα μαστορέματα της αδύναμης και πεπερασμένης ανθρώπινης διάνοιας. […]

Ο Μόζερ και οι άλλοι συντηρητικοί υπερασπίζονταν αυτό που νόμιζαν πως ήταν η ίδια η κοινωνία – και όχι μόνο μια πιθανή εκδοχή της. Μολονότι δημιούργησαν τα βασικά στοιχεία της συντηρητικής ιδεολογίας του 19ου αιώνα, οι ίδιοι δεν έβλεπαν τους εαυτούς τους ως θεωρητικούς. Σύντομα όμως οι ιδέες τους έβρισκαν νέες χρήσεις, καθώς οι δραματικές ανακατατάξεις της εποχής των επαναστάσεων θα παρέσυραν στο διάβα τους ηγεμόνα και ευγενή, ιερέα και τεχνίτη.


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΘΥΡΑΘΕΝ, 2009, σελ. 14-18)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου