Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013

Με αγώνες κατακτάμε τη βαρβαρότητά μας


Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο 2012
«Μονόπλευρα πληροφορημένοι, χωρίς κάποια απόσταση από τις μεγάλες αλλαγές που έγιναν ή άρχισαν να γίνονται, χωρίς να μυριζόμαστε το μέλλον που διαμορφώνεται, σφάλλουμε και ως προς τη σημασία των εντυπώσεών μας και ως προς τις γνώμες που σχηματίζουμε»

Sigmund Freud
Σκέψεις για τους καιρούς πολέμου και θανάτου (1915)

Την πλέον ειδυλλιακή των κοινωνιών να έχουν οραματιστεί κάποιοι, εάν το 100% των πολιτών δεν συμμεριστεί το όραμά τους, ώστε να το πραγματώσει ενθουσιωδώς, δύο δυνατότητες υπάρχουν: είτε να το παζαρέψουν με τους αντιγνωμούντες, οπότε η ειδυλλιακή τελειότητα θα υποστεί αλλοιώσεις, είτε να επιβάλουν με τη βία ό,τι ακριβώς οραματίστηκαν, οπότε θα καταρρεύσει εντελώς (αφού καμιά κοινωνία, περισσότερο ή λιγότερο ειδυλλιακή, δεν οικοδομείται με καταπίεση και εξοντώσεις αντιγνωμούντων).

Νομίζω πως η αξιωματική και οι ελάσσονες αντιπολιτεύσεις της σημερινής Βουλής αδυνατούν να αντιληφθούν αυτή τη στοιχειώδη συνθήκη. Για τους ναζιστές ή τους σταλινικούς τέτοιο δίλημμα δεν υφίσταται, βέβαια, αφού οι μεν έχουν τη βία ως αξία από μόνη της, ενώ οι δε τη θεωρούν αναγκαίο όπλο για τον τερματισμό της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Απορίας άξιο παραμένει, όμως, το πώς άνθρωποι συνετοί και κάθε άλλο παρά ανάλγητοι συναινούν τόσο σε μιαν αμιγώς «αριστερή» κυβέρνηση, όσο και σε ενδιάμεσα ξεσπάσματα αιμοδιψούς βαρβαρότητας.

Μοιάζει απίστευτο, πράγματι, ν’ ακούς από εγγράμματα και καλλιεργημένα στελέχη ή οπαδούς της αξιωματικής αντιπολίτευσης (προφανώς δεν αναφέρομαι στην ηγεσία της) ότι θα μας βγάλει από την κρίση «μια κυβέρνηση η οποία, με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, θα ξεκινά από τα αριστερά του ΠΑΣΟΚ και θα φτάνει μέχρι και την εξωκοινοβουλευτική αριστερά»! Συνδυάζοντας τι, ακριβώς; Τη σοσιαλδημοκρατία με τη δικτατορία του προλεταριάτου; Όπου ναι μεν θα εκλέγονται βουλευτές, αλλά αντί να ορκίζονται πίστη στο Σύνταγμα θα δίνουν όρκο στο «Κρατισμός και Αναρχία» του Μπακούνιν; Κι όσοι ριζικά διαφωνούν, τι θα γίνουν; Θα εκτοπιστούν ώσπου να λήξει η θητεία μιας τέτοιας κυβέρνησης και θα απελευθερωθούν, στην τετραετία, για να ψηφίσουν κάτι άλλο; Ή, στο μεταξύ, η Ελλάδα θα έχει πάψει να είναι «πειραματόζωο λιτότητας», θα έχει γίνει «εμβρυουλκός παγκόσμιας αλλαγής» (όπως διακήρυξε ο κ. Τσίπρας πριν φύγει προς αναζήτηση μοντέλων ειδυλλιακής κοινωνίας στη Λατινική Αμερική) κι άρα δεν θα υπάρχουν πια στον κόσμο αστικές δημοκρατίες, να ασκούν παραπλανητική σαγήνη περί ατομικής ελευθερίας, συνολικής προκοπής και περιοδικών εκλογικών αναμετρήσεων;

Ακόμη πιο απίστευτο μοιάζει ν’ ακούς, από τα ίδια άτομα, ότι οι περικοπές μισθών, η διαθεσιμότητα ή η απώλεια μιας (έστω και χωρίς αντικείμενο) θέσης στο Δημόσιο συνιστούν «βία»· και μάλιστα βία εφάμιλλη εκείνης που ασκούν μαχητικοί συνδικαλιστές, χειροδικώντας επί όσων έχουν αντίθετη άποψη ή την ατυχία να μοιάζουν με Γερμανούς! Δηλαδή η διαμαρτυρία, η απεργία ή η μαζική διαδήλωση δεν επαρκούν ως αντίδραση στις όποιες αδικίες ασκούνται (κι ασκούνται άφθονες, καθημερινά) μέσα στις σπασμωδικές κυβερνητικές απόπειρες χειρισμού της κρίσης. Χρειάζονται διαρκείς εξεγέρσεις, οδομαχίες, βανδαλισμοί ή και λαϊκά δικαστήρια. Μπορεί και η οργάνωση ομάδων σαν τη διαβόητη «Δικαιοσύνη του λαού» ή «Εταιρεία του τσεκουριού», την οποία ίδρυσε ο Σεργκέι Νετσάγιεφ το 1869, εκτελώντας όποιον αμφισβητούσε τον κτηνώδη φανατισμό του. Με λίγους ακόμη αγώνες, ίσως φτάσουμε κι εκεί. Στο ΑΠΘ, λ.χ., αν οι πιο «αριστεροί» φοιτητές δεν είχαν αγωνιστεί για τη συσσώρευση σκουπιδιών, η τρίμηνη απεργία των καθαριστών δεν θα μετέτρεπε το πανεπιστήμιο σε τόσο φρικτή χωματερή.

Θεωρούσα προφανές, για κοινωνία που πέρασε εμφύλιο και στρατιωτική δικτατορία, ότι οι όποιες αδικίες αντιμετωπίζονται πλέον με τα μέσα που παρέχει ένα δημοκρατικό καθεστώς, όσο ατελές κι αν παραμένει. Οδηγεί κανείς στα δικαστήρια τον αυταρχικό προϊστάμενο, καταγγέλλει μια διοίκηση που προβαίνει σε απολύσεις και καλεί σε απεργίες. Αν όμως οι αδικημένοι υπάλληλοι δείρουν τον προϊστάμενο ή πυρπολήσουν την επιχείρηση, θα αποδείξουν ότι μάλλον κακώς είχαν προσληφθεί. Όπως ο σύζυγος που συλλαμβάνει τη σύζυγό του με τον εραστή της έχει δίκιο να καταθέσει αίτηση διαζυγίου· αν όμως την ξυλοκοπήσει, φανερώνει ότι πολύ καλά είχε κάνει η σύζυγος να βρει εραστή.

Ωστόσο, η δημοκρατία, για την οποία όλοι οι Έλληνες επαίρονται ότι σε αυτά τα χώματα επινοήθηκε, δεν δείχνει να έχει εμπεδωθεί. Έμοιαζε εμπεδωμένη, ενόσω ίσχυε η ευνοιοκρατία και η καλοπέραση. Μόλις τα πράγματα ασχήμυναν, οι «μαζικοί αγώνες» έγιναν «εμβρυουλκός» για να αναδυθεί, απροκάλυπτος, ο άξεστος οπαδός του δεσποτισμού. Και μια κενόδοξη Αριστερά, μεθυσμένη από εκλογικά ποσοστά που ανήλθαν ιλιγγιωδώς, δεν διστάζει να καλύπτει, μαζί με τους πραγματικά αδικημένους, κάθε λογής αγύρτες ή χαμερπείς καιροσκόπους. Όπως η πιο χυδαία τηλεόραση που, για να διατηρεί υψηλή ακροαματικότητα, επιτείνει τη χυδαιότητά της. Το παν είναι να εξασφαλίσεις την εύνοια του πλήθους. Ακόμη κι αν πρέπει να ενισχύεις τη βαθιά κι ακατατρόπωτη βαρβαρότητά του.

Το κείμενο της προμετωπίδας, όπου ο Φρόυντ σχολίαζε το πόσο απροσδόκητα επιστήμονες και καλλιτέχνες υποστήριξαν τις πολεμικές θηριωδίες στο ξεκίνημα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, καταλήγει με τη διαπίστωση: «οι συμπολίτες μας μπορεί να μη βούλιαξαν τόσο βαθιά όσο φοβόμαστε, επειδή δεν είχαν φτάσει ποτέ τόσο ψηλά όσο πιστεύαμε».

Πέτρος Μαρτινίδης

Δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 30/12/2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου