Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Η καταδίκη της καλλιτεχνίας από τον Πλάτωνα


Πολιτεία (595a – 608b)

Ξαναγυρίζοντας ο Σωκράτης στην επισκόπηση της πολιτείας που σχεδιάστηκε δικαιολογεί, άλλη μια φορά, τον εξοστρακισμό των μιμητικών τεχνών από την περιοχή της. […] Για να καταλάβουμε τι είναι μίμηση, προσθέτει ο Σωκράτης, ας πάρουμε το ακόλουθο παράδειγμα:

Υπάρχει μέσα στη φύση μια από το θεό δημιουργημένη ιδέα που προσδιορίζει τι είναι η κλίνη· σ’ αυτή αποβλέποντας ο ξυλουργός κατασκευάζει κάποια συγκεκριμένη κλίνη, ο ζωγράφος έρχεται και αναπαριστά με τα χρώματα το πώς φαίνεται η από τον ξυλουργό κατασκευασμένη κλίνη.

Ο θεός επειδή κατασκευάζει τα φυσικά αντικείμενα χαρακτηρίζεται ως φυτουργός, ο ξυλουργός ως δημιουργός και ο ζωγράφος ως μιμητής. Ώστε η μίμηση έρχεται στη σειρά Τρίτη και τα έργα του μιμητή πρέπει να τοποθετηθούν από την άποψη της αλήθειας και της ουσιαστικότητας στην Τρίτη και έσχατη βαθμίδα.

Πρέπει ακόμη να προστεθεί ότι τα μάτια του μιμητή δεν είναι στραμμένα στο αιώνιο ιδεώδες πρότυπο αλλά στις συγκεκριμένες του εμφανίσεις και ότι δεν δίνουν και τις εμφανίσεις αυτές όπως είναι, αλλά όπως φαίνονται. Γι’ αυτό θα είμαστε δικαιολογημένοι αν χαρακτηρίζουμε την ενεργητικότητα των μιμητών ως «μίμησιν φαντάσματος» (598b). Δεν είναι μόνο σχετικά με την εργασία του ζωγράφου οι σκέψεις τούτες αληθινές αλλά η ισχύς τους απλώνεται επάνω στον Όμηρο και στους τραγικούς και κωμικούς ποιητές. Κανένας από τους ποιητές αυτούς δεν ήταν κάτοχος αληθινών γνώσεων σχετικά με τα αντικείμενα που παρέστησε στα ποιήματά του· […] Όλοι όσοι από τον καιρό του Ομήρου κατέγιναν με την ποίηση ήταν μιμητές «ειδώλων αρετής» και η ιστορική παράδοση δεν αναφέρει να έγιναν πρακτικά ωφέλιμοι οι άνθρωποι αυτοί ούτε στον εαυτό τους ούτε και στις πατρικές τους πόλεις ούτε και στους συνανθρώπους τους. […] Πως μπορεί να εξηγηθεί, ρωτά ο Σωκράτης, το ότι ο Ησίοδος και ο Όμηρος τριγύριζαν περιφρονημένοι μέσα στις πολιτείες […]

Δεν θα είχαμε για όλα αυτά άδικο αν λέγαμε ότι η γοητεία που παρουσιάζουν τα μιμητικά κατασκευάσματα είναι παροδική και απατηλή· στην ουσία τους και στο περιεχόμενο τους τα έργα των μιμητών είναι ωσάν τα γερασμένα σώματα ανθρώπων που την άσχημη διάπλασή τους δεν την άφηνε η λάμψη της νεανικής ηλικίας να φανερώνεται, ξεκάθαρα.

Η θέση των μιμητών θα καθοριστεί καλύτερα, λέει ο Σωκράτης, αν σκεφτούμε πως σχετικά με κάθε αντικείμενο υπάρχουν τρείς τέχνες η τέχνη που το χρησιμοποιεί, η τέχνη που το κατασκευάζει και η τέχνη που απομιμείται. Π.χ. σχετικά με το χαλινάρι η ιππευτική είναι η τέχνη που το χρησιμοποιεί, η σκυτοτομική το κατασκευάζει και η ζωγραφική το αναπαριστά στη ζωγραφιά. Ποια από τις τρείς τούτες τέχνες κατέχει την πιο απηκριβωμένη γνώση σχετικά με το χαλινάρι ερωτά ο Σωκράτης; η απάντηση είναι την γνώση αυτή την έχει η τέχνη που θα το χρησιμοποιήσει, γιατί αυτή θα έρθει να δώσει στη σκυτοτομική οδηγίες σχετικά με σχέδιο και το υλικό της κατασκευής· ο κατασκευαστής του χαλιναριού θα κάνει ότι του ειπούν, θα πιστέψει δηλαδή στα λεγόμενα του ιππέα και θα συμμορφωθεί μ’ αυτά· ώστε αυτός πια κατέχει όχι επιστήμη αλλά πίστη· τρίτος έρχεται ο μιμητής αναπαριστάνοντας το πώς φαίνεται το αντικείμενο χωρίς να έχει καμιά γνώση για τη χρησιμοποίησή του, το σχέδιο του και τη κατασκευή του. Αυτός τριγυρίζει στην περιοχή της εικασίας (602b).

Η μίμηση κατέχει ακόμη θέση πολύ μειονεκτική και από την άποψη της αναφοράς της στις ψυχικές δυνάμεις. Όλοι έχουμε παρατηρήσει ότι η ψυχή είναι υποκείμενη σε παραισθήσεις και απάτες, γιατί όλοι έχουμε προσέξει τη διάθλαση που μαθαίνει ένα ευθύ αντικείμενο αν βυθιστεί στο νερό. Με το τμήμα ακριβώς της ψυχής το υποκείμενο στις απάτες τούτες έχει να κάνει η μίμηση των εικαστικών τεχνών· γι’ αυτό στέκει πάντα σε αντίθεση προς το λογιστικό που εξουδετερώνει με τις μετρήσεις και τον υπολογισμό όλες αυτές τις παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις. Επειδή λοιπόν αναφέρεται η μίμηση στο κατά την αξία κατώτερο τμήμα της ψυχής μας είναι αδύνατο να μην χαρακτηρίζονται και τα γεννήματα της από την ίδια κατωτερότητα (603b).

Τις παρατηρήσεις τούτες τις επεκτείνει ο Σωκράτης και στην περιοχή και των άλλων ποιητικών ειδών. Η ποιητική μίμηση διαπιστώνει ο Σωκράτης ότι αναφέρεται σε ανθρώπινες πράξεις· τι χαρακτηριστικό όμως έχουν οι πράξεις αυτές; δείχνουν την ανθρώπινη ψυχή στην ήρεμη και σταθερή της κατάσταση ή την παρουσιάζουν στο στασιασμό της και στην αστάθειά της; Είναι αναμφισβήτητο ότι θέμα των ποιητικών συνθέσεων είναι η αναπαράσταση καταστάσεων που χαρακτηρίζονται από αστάθεια, από χαρά και λύπη. Όταν συμβεί να παρουσιαστεί μέσα στην ψυχή μας μια τέτοια έντονη κατάσταση παρατηρούμε ότι εμφανίζονται δύο αντίθετες ροπές· η μία φέρνει ταραχή και ωθεί τον άνθρωπο να εκδηλώσει το πάθος που τον κατέχει με βίαιες και άτακτες εκδηλώσεις· η άλλη τον συγκρατεί στην αταραξία και την ευσχημοσύνη και στην κοσμιότητα. Οι δύο τούτες αντιθετικές ωθήσεις που αισθάνεται η ανθρώπινη ψυχή δεν μπορεί παρά να προκαλούνται από δύο εσωτερικές δυνάμεις. Η πρώτη μας συγκρατεί στην κοσμιότητα και μας βοηθά να συμμορφωθούμε με τα προστάγματα του λόγου και του νόμου· η άλλη μας ρίχνει σε βίαιες και άτακτες εκδηλώσεις κάνοντας μας να ξεφεύγουμε από του λόγου και του νόμου τις προσταγές. Η πρώτη δύναμη είναι το λογιστικό, η δεύτερη είναι μια μη λογική δύναμη που ωθεί στο θρήνο, στον οδυρμό και την αταξία.

Όταν στον άνθρωπο επικρατεί το λογιστικό τμήμα το ήθος του είναι σταθερό και ησυχασμένο· η επικράτησή του άλλου τμήματος κάνει να παρουσιάζεται το αγανακτητικό ήθος. Το ησυχασμένο όμως ήθος, επειδή είναι πάντοτε το ίδιο με τον εαυτό του, είναι μονότονο και ακατάλληλο για μίμηση. Το αγανακτητικό επειδή παρουσιάζει απειράριθμες ποικιλίες, είναι ευκολομίμητο.  Η ποίηση επειδή είναι μίμηση αναγκαστική, δεν μπορεί παρά θα ασχολείται και θα συσχετίζεται με το πολυποίκιλο και αγανακτητικό ήθος. Ώστε έχει να κάμει με το κατώτερο τμήμα της ψυχής, αυτό εξυπηρετεί, αυτό επαυξάνει και είναι κίνδυνος αν αφεθεί αχαλιναγώγητο να διαφθείρει το ησυχασμένο και κόσμιο ήθος των πολιτών.  

Είχαμε δίκιο λοιπόν να πούμε ότι, όπως και η ζωγραφική απευθύνεται στο μη λογικό το γεμάτο από ψεύδος και σύγχυση τμήμα της ψυχής, έτσι και η ποίηση αναφέρεται στο άλογο τμήμα της ανθρώπινης ψυχής.

Τη σοβαρότερη κατηγορία που έχει να απαγγείλει εναντίον των ποιητών ο Σωκράτης την εκφράζει τελευταία. Η ποίηση και ιδιαίτερα η τραγική ποίηση αναπαριστώντας θλιβερά και συγκινητικά γεγονότα μας δίνει κάποια ιδιαίτερη ηδονή και μας παρακινεί να συμπάσχουμε με τους ήρωες που εκφράζουν θρήνους, οδυρμούς και σχετλιασμούς τα παθήματά τους. Η συμπάθεια όμως τούτη μας κάνει να ξεχνάμε τους δικούς μας τρόπους και το δικό μας ήθος και να επιδοκιμάζουμε το ήθος των ηρώων που βλέπουμε στις τραγωδίες. Κανείς μας δεν θα δεχόταν να εκφράζει τον πόνο του όπως οι τραγικοί ήρωες όταν τον βρει στην πραγματική ζωή ένα δυστύχημα· αντίθετα θα ήταν υπερήφανος να καταπνίξει κάθε εκδήλωση συγκίνησης διατηρώντας τη σταθερότητα του ήθους του. Ολοφάνερο είναι λοιπόν πως η τραγωδία μας κάνει να επαινούμε ένα ήθος που δεν θα θέλαμε να ήταν δικό μας. Το ίδιο γίνεται και με την κωμωδία. Μας συνηθίζει και αυτή να ευρίσκουμε ηδονή σε γελοιότητες που εμείς δεν θα είμαστε καθόλου διατεθειμένοι να πραγματοποιήσουμε στην ιδιωτική ζωή μας. Ο δελεασμός όμως της καλλιτεχνικής ηδονής μας κάνει να προσοικειωθούμε σιγά σιγά στο ήθος του γελοίου ανθρώπου.

Η ποίηση όπως βλέπουμε, δίνει αναμφισβήτητα κάποια ηδονή. Αυτή η ηδονή προέρχεται από το ότι στην ενατένιση τραγικών ή κωμικών γεγονότων απελευθερώνονται οι καταπιεσμένες επιθυμίες του μη λογικού τμήματος της ψυχής και αυτό φέρνει την ευχαρίστηση που εμείς χαρακτηρίζουμε ως καλλιτεχνική απόλαυση. Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι μπορεί ο Όμηρος και η χορεία των άλλων ποιητών να ξέρουν καλά την τέχνη τους, η αλήθεια όμως είναι ότι για την παιδεία είναι όχι μόνο ακατάλληλοι αλλά και επικίνδυνοι. […]

Έπειτα από την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης για την ποίηση ο Σωκράτης προσθέτει ότι ανάμεσα στην ποίηση και τη φιλοσοφία υπάρχει αρχαιοτάτη διαμάχη που διαρκεί έως και σήμερα. Εύχεται ακόμη να μπορούσε να παρουσιάσει η ποίηση κάποιαν απολογία που θα της επέτρεπε να γίνει δεκτή στην περιοχή της αρίστης πολιτείας (608b).

Ο Πλάτων αφήνει ανοιχτή κάποια δυνατότητα για τη διόρθωση των αντιλήψεων του σχετικά με το ζήτημα τούτο. Πραγματικά στο Φαίδρο που έγραψε έπειτα από την Πολιτεία, βλέπουμε ότι δίνει μια καλύτερη θέση στους ποιητές· ενώ εδώ τους βάζει στην κατώτερη βαθμίδα έπειτα από τους δημιουργούς, στο Φαίδρο τοποθετεί τον ποιητικό βίο έπειτα από τον μαντικό και εμπρός από το δημιουργικό: «πέμπτην μαντικόν βίον ή τινα τελεστικόν έξουσαν έκτη ποιητικός ή των περί μίμησίν τις άλλος αρμόσει, έβδομη δημιουργικός ή γεωργικός» (248e).

Κ. Δ. Γεωργούλη, Πλάτωνος Πολιτεία    

(ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ «Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ», 1963, σελ. LXXI-LXXV)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου