Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Το σύμπλεγμα του ευνουχισμού


Στα νήπια, το σύμπλεγμα του ευνουχισμού αρχίζει όταν το αγόρι νοιώθει να ερεθίζεται από τα χάδια της μητέρας του, κάτι που κάνει τα αισθήματά του γι’ αυτή να ενταθούν. Με τον καιρό, αυτή η αίσθηση διεγέρσεως επικεντρώνεται σε ένα πολύ σημαντικό μέρος του σώματός του: το πέος του. Φυσικά, οι γονείς του δεν αγάλλονται όταν το αγόρι αρχίζει να ασχολείται υπερβολικά με αυτό το όργανο· γι’ αυτό και απειλούν ότι θα του «το κόψουν» αν δεν σταματήσει αυτό το παιχνίδι. Το αγόρι δεν πιστεύει πραγματικά την απειλή αυτή, έως ότου κάποια μέρα κρυφοκοιτάζει τα απόκρυφα μέρη μιας κοπελίτσας –και να που της λείπει το πέος! Το πέος της πρέπει να της αφαιρέθηκε, συμπεραίνει, επειδή αυτή διασκέδαζε κατά κόρον με αυτό. Εντελώς αιφνίδια, η απειλή του ευνουχισμού καθίσταται πολύ πραγματική για το αγόρι και ο κίνδυνος αυτός κλονίζει τελικά το οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Εάν συνεχίσει τα σεξουαλικά συναισθήματα προς τη μητέρα του και την απόλαυση με το πέος του, θα χάσει το όργανο αυτό (το τόσο πολύτιμο για τη ναρκισσιστική εικόνα του εγώ). Οπότε, η επιλογή είναι προφανής. …

Ως συνέπεια, το μικρό αγόρι μαθαίνει να παροχετεύει («μεταρσιώνει») τη λιβιδώ του σε αισθήματα λιγότερο απειλητικά, όπως η στοργή για τους γονείς του. Ο έρωτας για τη μητέρα και το μίσος για τον πατέρα -ο οποίος του «πήρε» τη μητέρα- υπερβαίνονται δια της ταυτίσεως και με τους δύο· ταυτοχρόνως μέσω της ίδιας αυτής διεργασίας -της ταυτίσεως- το μικρό αγόρι αποκτά το «Υπερεγώ» του. Στο μεταξύ, όμως, οι σεξουαλικές του επιθυμίες και φαντασιώσεις απωθούνται κατά τη διάρκεια αυτού που ο Φρόυντ ονομάζει «λανθάνουσα περίοδο», για να εμφανιστούν κατά την ήβη.

Τι όμως έχει να πει ο Φρόυντ για τα μικρά κορίτσια; Στην αρχή, υπέθεσε ότι και αυτά διέρχονται από τα ίδια στάδια που διέρχονται και τα αγόρια, με τη διαφορά ότι οι σεξουαλικές τους φαντασιώσεις έχουν ως επίκεντρο τον πατέρα. (Στην πραγματικότητα ο Φρόυντ πίστευε ότι η παιδική σεξουαλικότητα ήταν ως ένα βαθμό αμφιφυλοφιλική, απλώς στα αγόρια κυριαρχεί η επιθυμία για τη μητέρα ενώ στα κορίτσια η επιθυμία για τον πατέρα.) Αφ’ ης στιγμής, όμως αποφάσισε ότι εκείνο που καταλύει το οιδιπόδειο σύμπλεγμα στα αγόρια είναι ο φόβος του ευνουχισμού, ήταν αναγκασμένος να αλλάξει το υπόδειγμά του. Διότι τα κορίτσια, σε τελική ανάλυση, δεν μπορούν να φοβηθούν ευνουχισμό – όχι διότι αυτό είναι αδύνατον αλλά επειδή νομίζουν ότι αποτελεί ήδη τετελεσμένο γεγονός. (Ο Φρόυντ έχει επίσης δικαίως επικριθεί για την υπόθεση του ότι τα κορίτσια θεωρούν τα γεννητικά τους όργανα «ελλειμματικά», ότι «ζηλεύουν» το πέος του αγοριού και ότι νιώθουν δια παντός κατώτερα επειδή τα ίδια στερούνται του πολύτιμου αυτού οργάνου.)

Στο νέο, ανιχνευτικό μάλλον και νεφελώδες υπόδειγμα του, ο Φρόυντ θεωρεί ότι τα κορίτσια έχουν πολύ απλούστερη παιδική ηλικία. Επιδίωξή τους είναι όχι τόσο να κάνουν πράξη τις σεξουαλικές επιθυμίες τους για τη μητέρα τους, αλλ’ απλώς να πάρουν τη θέση της τελευταίας στις σχέσεις της με τον πατέρα. Διότι, παρ’ όλο που και για τις κοπελίτσες πρώτος μεγάλος έρωτας είναι η μητέρα –ακριβώς όπως και για τα αγόρια-, μόλις αυτές παρατηρήσουν ότι τα μικρά αγόρια έχουν κάτι που οι ίδιες δεν έχουν, ο έρωτας τους γι’ αυτήν εξαλλάσσεται σε μνησικακία. Ο πατέρας αντικαθιστά τη μητέρα στα συναισθήματα τους και μάλιστα με μεγαλύτερη ένταση, ως εκ του ότι, αφ’ ης στιγμής αποδεχθούν το γεγονός ότι ποτέ δεν θα αποκτήσουν πέος, αρχίζουν να επιθυμούν ένα υποκατάστατο – δηλαδή ένα μωρό. Επιθυμούν να πάρουν τη θέση της μητέρας τους και να δώσουν στον πατέρα τους ένα παιδί.

Κανένας φόβος ευνουχισμού δεν θέτει τέρμα σ’ αυτή τη φαντασίωση. Ο  Φρόυντ υποθέτει ότι το οιδιπόδειο σύμπλεγμα στα κορίτσια λύνεται με μέσα ηπιότερα, δηλαδή με την αγωγή και τον «εξωτερικό εκφοβισμό που απειλή απώλεια της αγάπης» («Η απόσβεση του οιδιπόδειου συμπλέγματος», 1924). Η «οιδιπόδεια» αυτή διαφοροποίηση των κοριτσιών, εν συνδυασμό με την «προ-οιδιπόδεια» διαφοροποίηση τους ως προς την προσήλωση στη μητέρα –προσήλωση παρατεταμένη που υπερβαίνεται μόνο μετά από περίπλοκη διεργασία- οδήγησε τον Φρόυντ στο να απορρίψει τις απόψεις του προστατευομένου του Καρλ Γιουνγκ, ο οποίος παρέμεινε πιστός στην αρχική θέση, σύμφωνα με την οποία η ανάπτυξη των κοριτσιών είναι ανάλογη με των αγοριών και το 1913 έπλασε τον όρο «σύμπλεγμα της Ηλέκτρας» για να περιγράψει τη θηλυκή οιδιπόδεια εκδοχή.

Για την ονομασία αυτή, ο Γιουνγκ προσέφυγε και αυτός στην αττική τραγωδία και συγκεκριμένα στη σοφόκλεια εκδοχή του μύθου της Ηλέκτρας. Όντως, ο Σοφοκλής στην Ηλέκτρα φαίνεται να τονίζει περισσότερο από ότι ο Ευριπίδης στη δική του Ηλέκτρα ή ο Αισχύλος στις Χοηφόρες την προσκόλληση της ηρωίδας στον πατέρα της και τον πρωταγωνιστικό ρόλο της στον εκδικητικό φόνο της μητέρας της.


(ΕΚΔΟΣΕΙΣ Κ. ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΣ, 1998, σελ. 223- 225)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου